Δε θα σου πω ψέματα, είχα λίγη επιφύλαξη όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο αυτό. «Οικονομία» στον τίτλο, 300+ σελίδες και ένας παγκοσμίου φήμης οικονομολόγος στο εξώφυλλο, όλα έδειχναν «βαρύ» ανάγνωσμα. Τελικά το «Νόστιμη Οικονομία. Ένας πεινασμένος οικονομολόγος εξηγεί τον κόσμο» το διάβασα όπως θα απολάμβανα ένα καλό μενού, σιγά-σιγά, υπογραμμίζοντας σελίδες και λέγοντας από μέσα μου «μα ναι, έτσι είναι!». Η ελληνική έκδοση κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση του Μενέλαου Αστερίου.

Η βασική ιδέα είναι πανέξυπνη, ο Ha-Joon Chang παίρνει φαγητά που όλοι ξέρουμε, καρύδα, καρότο, νούντλ, μπανάνα, σοκολάτα, μπάμιες, σκόρδο, σαμπάνια και άλλα, και μέσα από την ιστορία τους εξηγεί πώς λειτουργεί πραγματικά η παγκόσμια οικονομία. Κάθε κεφάλαιο έχει τίτλο ένα τρόφιμο ή πιάτο και από εκεί ξεκινά μια αφήγηση που σε πάει από την κουζίνα στα εργοστάσια, στις αποικίες, στα χρηματιστήρια και στις κυβερνήσεις.

Ένα από τα πρώτα κεφάλαια που με κέρδισαν ήταν αυτό με την καρύδα. Ο Chang ξεκινά από το κλασικό στερεότυπο: οι «τεμπέληδες» λαοί που ξαπλώνουν κάτω από κοκοφοίνικες περιμένοντας να πέσει το φρούτο στο χέρι τους. Και το γκρεμίζει με τον πιο απλό τρόπο και με χιούμορ. Κανείς δεν θα ήταν τόσο ανόητος ώστε να ξαπλώσει κάτω από έναν φοίνικα, λέει, γιατί αν σου έρθει η καρύδα στο κεφάλι, απλώς πεθαίνεις. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι άνθρωποι στις φτωχές χώρες δουλεύουν συχνά περισσότερες ώρες από αυτούς στις πλούσιες· αυτό που λείπει δεν είναι η «διάθεση για δουλειά», αλλά η παραγωγικότητα, η τεχνολογία, οι υποδομές. Η καρύδα γίνεται έτσι σύμβολο για το πόσο άδικα και βολικά εξηγούμε τη φτώχεια.

Όσο προχωρούσα, είχα την αίσθηση ότι ο συγγραφέας έχει καθίσει μαζί μου για καφέ και μου λέει ιστορίες, όχι «θεωρίες». Το κεφάλαιο με το καρότο, για παράδειγμα, είναι από τα πιο ευρηματικά: μαθαίνεις ότι κάποτε τα καρότα ήταν λευκά ή μωβ και ότι οι Ολλανδοί «έβαψαν» το καρότο πορτοκαλί για να τιμήσουν τον Γουλιέλμο της Οράγγης. Από εκεί ο Chang περνά σε μια συζήτηση για τις πατέντες, την καινοτομία και το πώς προστατεύουμε ή στραγγαλίζουμε τις νέες ιδέες. Και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι μόλις κατάλαβες πώς λειτουργούν τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, χωρίς να έχει ανοίξει ποτέ… σύγγραμμα νομικής.

Ένα άλλο κεφάλαιο που μου έμεινε έντονα είναι το «Νούντλ». Εδώ, τα ταπεινά ζυμαρικά γίνονται η αφορμή για να μιλήσει για τη Νότια Κορέα, τη Hyundai και τον προστατευτισμό. Ο Chang αφηγείται πώς η χώρα του έκλεισε για χρόνια τις αγορές της σε ξένα αυτοκίνητα, ώστε να δώσει χρόνο στις δικές της βιομηχανίες να μάθουν, να κάνουν λάθη, να βελτιωθούν. Οι Κορεάτες καταναλωτές αγόραζαν για ένα διάστημα αυτοκίνητα όχι και τόσο καλά, αλλά χάρη σε αυτή την «θερμοκοιτίδα» η χώρα απέκτησε κολοσσούς. Η εικόνα του στιγμιαίου νούντλ, που είναι φτηνό, γρήγορο αλλά στηρίζεται σε μια ολόκληρη βιομηχανία από πίσω, μένει στο μυαλό σαν ζωντανή μεταφορά για την ανάπτυξη.

Και δεν σταματά εκεί. Η μπανάνα συνδέεται με τη νεοαποικιοκρατία και τις αλυσίδες εφοδιασμού που κρατούν ολόκληρες χώρες εγκλωβισμένες σε χαμηλές τιμές. Η σοκολάτα γίνεται η αφορμή να μιλήσει για παιδική εργασία και για το τι υπάρχει πίσω από τη «γλύκα» των προϊόντων που αγοράζουμε. Οι μπάμιες ανοίγουν τη συζήτηση για τη μετανάστευση και τη διασπορά γεύσεων και ανθρώπων. Το σκόρδο, το βούτυρο, η σαμπάνια, το τσίλι, όλα γίνονται μικροί οδηγοί για θέματα όπως ανισότητα, επιδεικτική κατανάλωση, κλιματική κρίση, ρόλος του κράτους, διεθνές εμπόριο.

Αυτό που προσωπικά εκτίμησα πολύ είναι η θέση που παίρνει. Ο Ha-Joon Chang δεν κρύβεται, είναι ανοιχτά κριτικός απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό και στην ιδέα ότι οι αγορές είναι «ουδέτερες» και αυτορυθμίζονται μαγικά. Εξηγεί ότι κάθε αγορά είναι γεμάτη κανόνες, συμβάσεις και πολιτικές αποφάσεις, από τους δασμούς μέχρι τις επιδοτήσεις, κι ότι όταν κάποιος σου λέει «ας αφήσουμε την αγορά ελεύθερη», στην πραγματικότητα προωθεί ένα συγκεκριμένο μοντέλο, όχι κάποιον φυσικό νόμο.

Για τους αναγνώστες μας, το βιβλίο έχει ένα επιπλέον ενδιαφέρον καθώς σε βοηθά να συνδέσεις πράγματα που κάνεις κάθε μέρα, τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ, τις επιλογές στο καλάθι των αγορών σου, τις συζητήσεις για την ακρίβεια, τα «βιολογικά», fair trade, με την μεγάλη εικόνα. Όταν μιλά για τη σοκολάτα και την παιδική εργασία ή για το πώς η ηθικολογική κατανάλωση από μόνη της δεν αρκεί για να αλλάξει τις δομές, σε βάζει να σκεφτείς: πόσο χώρο έχει πραγματικά η προσωπική επιλογή και πού χρειάζεται συλλογική πολιτική βούληση; Πόσα πράγματα ρίχνουμε στον «καλό καταναλωτή», αλλά στην ουσία απαιτούν ρυθμίσεις, θεσμούς, νόμους;

Το ύφος είναι αυτό που κάνει το βιβλίο πραγματικά «νόστιμο». Ο Chang γράφει απλά, με χιούμορ, με προσωπικές ιστορίες, από την πρώτη φορά που δοκίμασε καρύδα σε μια Πίνα Κολάδα μέχρι αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία στη Σεούλ. Δεν σε κοιτά από ψηλά ως «ειδικός». Νιώθεις ότι είναι ο φίλος στο τραπέζι που λατρεύει το φαγητό, ξέρει καλά την οικονομία και θέλει να σου εξηγήσει, χωρίς να σε κουράσει, γιατί ο κόσμος είναι όπως είναι.

Δεν σημαίνει ότι είναι «εύκολο» με την έννοια του επιφανειακού. Κάθε κεφάλαιο θα μπορούσε να είναι αφετηρία για μεγάλη συζήτηση: για το αν οι πατέντες πρέπει να διαρκούν λιγότερο, για το αν οι επιδοτήσεις στην Ευρώπη αδικούν τους μικρούς παραγωγούς στον Νότο, για το πώς η κλιματική αλλαγή συνδέεται με αυτό που βάζουμε στο πιάτο μας. Απλώς όλα αυτά έρχονται μέσα από εικόνες που αναγνωρίζεις: μια μπανάνα στο τάπερ, ένα πιάτο νούντλ στο γραφείο, μια σοκολάτα που τρως το απόγευμα, ένα ποτήρι σαμπάνια σε μια γιορτή.

Το διάβασα σε φάσεις, σε διαλείμματα μέσα στη μέρα, και κάθε φορά ένιωθα ότι κέρδιζα μια μικρή «μπουκιά» κατανόησης. Είναι από αυτά τα βιβλία που θες να δώσεις μετά σε κάποιον δικό σου, στον σύντροφο, σε μια φίλη που γκρινιάζει για τις τιμές στο σούπερ μάρκετ, σ’ ένα παιδί που αρχίζει τώρα να ενδιαφέρεται για το τι γίνεται γύρω του. Δεν χρειάζεται να έχεις καμία βασική γνώση οικονομικών για να το παρακολουθήσεις. Αντιθέτως, είναι ό,τι πρέπει για να χτίσεις αυτό το «βασικό λεξιλόγιο» που όλοι χρειαζόμαστε για να καταλαβαίνουμε τις ειδήσεις, τις αποφάσεις των κυβερνήσεων, τις συζητήσεις για μισθούς, φόρους, ανάπτυξη.

Αν έχεις βαρεθεί να νιώθεις ότι η οικονομία είναι «κάτι για άλλους», ότι είναι ένα κλειστό κλαμπ τεχνοκρατών που μιλούν μια δική τους γλώσσα, το Νόστιμη Οικονομία είναι ο πιο φιλικός τρόπος να μπεις μέσα στη συζήτηση. Θα σε κάνει να κοιτάς διαφορετικά τα ράφια του σούπερ μάρκετ, τις διαφημίσεις τροφίμων, ακόμη και τις πολιτικές δηλώσεις για τον πληθωρισμό.

Αν ψάχνεις ένα βιβλίο που θα σου ανοίξει την όρεξη για γνώση, κυριολεκτικά και μεταφορικά, νομίζω ότι αυτό είναι το επόμενο που αξίζει να βάλεις στη λίστα σου.