Αν έχεις βρεθεί ποτέ να σκέφτεσαι τι σημαίνει να αγαπάς έναν άνθρωπο που ζει μόνιμα στα όρια, τότε «Ο ανιψιός του Βιτγκενστάιν» είναι ένα βιβλίο που θα σε αγγίξει βαθιά. Δεν είναι ένα εύκολο ανάγνωσμα, ούτε επιδιώκει να γίνει. Είναι μια εξομολόγηση, σχεδόν ανελέητη, για τη φιλία, την ψυχική ασθένεια, τη μοναξιά και την ευθύνη που κουβαλάς όταν στέκεσαι δίπλα σε κάποιον που καταρρέει.

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ γράφει για τον Πάουλ Βιτγκενστάιν, ανιψιό του μεγάλου φιλοσόφου, όχι με τρυφερότητα επιφανειακή, αλλά με μια σκληρή ειλικρίνεια που πονά. Σε βάζει μέσα στα νοσοκομεία, στους διαδρόμους της αρρώστιας και της απόγνωσης, εκεί όπου η φιλία δοκιμάζεται καθημερινά. Καθώς διαβάζεις, δεν μπορείς να μείνεις ουδέτερος ως αναγνώστης. Θα αναρωτηθείς πόση αντοχή έχεις, πόσα μπορείς να συγχωρήσεις, πότε η αγάπη μετατρέπεται σε βάρος και πότε η αποστασιοποίηση είναι αυτοπροστασία.

Αξίζει να ξέρεις ότι δεν πρόκειται για μυθιστόρημα με την κλασική έννοια. Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στην αυτοβιογραφία, το χρονικό και το λογοτεχνικό δοκίμιο, μ’ έναν λόγο επαναληπτικό και εμμονικό, που δεν σε καθοδηγεί αλλά σε πιέζει να μείνεις μέσα στο συναίσθημα. Αυτή η μορφή δεν είναι τυχαία. Αντικατοπτρίζει τη φύση της σχέσης που περιγράφεται, μια σχέση κουραστική, απαιτητική και αδύνατο να εξωραϊστεί.

Αυτό που κάνει το βιβλίο τόσο δυνατό είναι ότι δεν ωραιοποιεί τίποτα. Ο συγγραφέας δεν παρουσιάζει τον εαυτό του ως ήρωα συμπόνιας, ούτε τον φίλο του ως ρομαντική φιγούρα τρέλας. Αντίθετα, σου δείχνει τη φιλία ως κάτι αντιφατικό, κουραστικό, αλλά και απολύτως αναγκαίο. Είναι μια αφήγηση που σε αναγκάζει να κοιτάξεις κατάματα τις δικές σου σχέσεις, ειδικά εκείνες στις οποίες έχεις αναλάβει τον ρόλο του δυνατού, του υπομονετικού, αυτού που αντέχει για όλους.

Ως γυναίκα, ίσως αναγνωρίσεις τον εαυτό σου σ’ αυτή τη σιωπηλή αντοχή. Στις στιγμές που μένεις, ενώ θα έπρεπε να φύγεις, ή φεύγεις γεμάτη ενοχές. Ο Μπέρνχαρντ δεν σου δίνει απαντήσεις, αλλά σου προσφέρει κάτι πιο ουσιαστικό: τη βεβαιότητα ότι τα δύσκολα συναισθήματα δεν είναι ντροπή, αλλά κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας.

Η ελληνική μετάφραση από τις Εκδόσεις Πλήθος μεταφέρει με ακρίβεια και ένταση το ιδιαίτερο ύφος του συγγραφέα, διατηρώντας τον ρυθμό και τη σκοτεινή διαύγεια του πρωτότυπου κειμένου. Είναι ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται βιαστικά. Θέλει χρόνο, ησυχία και διάθεση να αφεθείς.

Αν αναζητάς μια ανάγνωση που δεν θα σου χαϊδέψει τα αυτιά, αλλά θα σου μιλήσει με ειλικρίνεια για τη φιλία, την ψυχική ευαλωτότητα και τα όρια της αγάπης, τότε αυτό το βιβλίο αξίζει να βρεθεί στη βιβλιοθήκη σου. Και ίσως, κάπου ανάμεσα στις σελίδες του, να ανακαλύψεις και κάτι δικό σου που μέχρι τώρα δεν τολμούσες να ονομάσεις. Δεν είναι απαραίτητα ένα βιβλίο που θα σου «αρέσει» με την εύκολη έννοια. Είναι όμως από εκείνα που μένουν, που επιστρέφουν στη σκέψη σου αργότερα, και που για απαιτητικούς αναγνώστες έχουν τελικά μεγαλύτερη αξία.

Διαβάζοντάς το, δύσκολα δεν το σκέφτεσαι σε συνάφεια με το Εμπούσιον της Όλγας Τοκάρτσουκ, ένα ακόμη βιβλίο που αξιοποιεί τον χώρο της υποτιθέμενης θεραπείας για να μιλήσει τελικά για την εξουσία, τα φύλα και τη σιωπή. Αν στον Μπέρνχαρντ η αρρώστια βιώνεται ωμά, χωρίς φίλτρα και παρηγορητικούς μύθους, στην Τοκάρτσουκ μετατρέπεται σε ατμόσφαιρα, σε τελετουργία και σε κάτι που όλοι αποδέχονται χωρίς να το κατονομάζουν. Και τα δύο βιβλία, με εντελώς διαφορετικό ύφος, θέτουν το ίδιο άβολο ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να είναι εύθραυστος και ποιος πληρώνει το τίμημα όταν η ευαλωτότητα δεν χωρά πια στο καθωσπρέπει πλαίσιο της κοινωνίας.

Και για όσους και όσες θέλουν να συνεχίσουν αυτή τη σκέψη πέρα από τις σελίδες του βιβλίου, η συζήτηση θα συνεχιστεί στη Λέσχη Ανάγνωσης του Little Tree Books and Coffee Athens, την Πέμπτη 22 Ιανουαρίου στις 18.30. Σας περιμένουμε!