Υπάρχει ένα βιβλίο που τους τελευταίους μήνες ακούγεται παντού. Στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, στις κουβέντες των αναγνωστριών, στα φεστιβάλ, ακόμα και στο φετινό LEA Festival όπου ο ίδιος ο συγγραφέας έδωσε το παρών. Όλες κάπου το έχουμε ακούσει, όλες κάπου το έχουμε δει να χαρακτηρίζεται ως ένα από τα must read του καλοκαιριού. Λοιπόν, να που έφτασε και η ώρα του. Γιατί για ένα βιβλίο που συζητιέται τόσο, δεν γινόταν να μην γράψουμε. Ορίστε λοιπόν η βιβλιοκριτική του, ύστερα από αρκετές νύχτες παρέα μαζί του, από εκείνες που σε κρατούν ξύπνια πολύ μετά την ώρα που έλεγες πως θα κλείσεις το φως.

Μιλάμε για το «Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια» του David Uclés, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Ένα μυθιστόρημα, πάνω από οχτακόσιες σελίδες, που έχει ήδη σαρώσει βραβεία στην Ισπανία, μεταφράζεται σε δεκάδες γλώσσες και ετοιμάζεται να γίνει και ταινία. Κι όμως, μην τρομάξεις από τον όγκο του. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες καταλαβαίνεις ότι δεν κρατάς στα χέρια σου ένα βαρύ ιστορικό σύγγραμμα, αλλά μια ζωντανή, παλλόμενη αφήγηση που σε ρουφάει και δε σε αφήνει. Και κάτι ακόμα πιο συγκινητικό. Πίσω από αυτό το μνημειώδες έργο κρύβεται κάτι βαθιά προσωπικό, αφού ο συγγραφέας αντλεί από την ιστορία της δικής του οικογένειας, ανθρώπων από ένα μικρό χωριό της Ανδαλουσίας που έζησαν στο πετσί τους τον Ισπανικό Εμφύλιο. Δεν γράφει για κάποιους μακρινούς. Γράφει για τους δικούς του.

Το πιο ευφυές εύρημα του βιβλίου το συναντάς αμέσως, από τις πρώτες σελίδες και σου κόβει την ανάσα. Η ιστορία δεν ανοίγει στην Ισπανία, αλλά μακριά, στις παγωμένες Άλπεις, χρόνια μετά τον Εμφύλιο, μ’ έναν ετοιμοθάνατο στρατιώτη που κάνει στους συντρόφους του μία μόνο παράκληση. Στον τάφο του να μη χαραχτεί το δικό του όνομα, αλλά του πατέρα του. Γιατί εκείνος είναι ο τελευταίος ζωντανός που θα μπορούσε να κρατήσει το επώνυμο μιας οικογένειας η οποία από σαράντα περίπου μέλη το 1936 έσβησε ολοκληρωτικά μέσα σε τρία μόλις χρόνια. Σκέψου το για μια στιγμή. Ένα ολόκληρο σόι, με τους έρωτές του, τους καβγάδες του, τα μυστικά και τα τραγούδια του, να εξαφανίζεται σαν να μην πέρασε ποτέ από τη γη. Πάνω σ’ αυτή τη μικρή, σπαρακτική λεπτομέρεια ο David Uclés χτίζει ένα ολόκληρο σύμπαν. Και δεν είναι τυχαίο που μοιράζει την αφήγηση σε τέσσερα μέρη που ακολουθούν τη διαδρομή μιας φωτιάς, τον σπόρο, το ξύλο, τη θράκα και τη στάχτη. Σε παίρνει από τον σπόρο της ζωής και σε αφήνει στις στάχτες ενός κόσμου που χάθηκε.

Ο τόπος όπου ξετυλίγεται η ιστορία δεν λέγεται Ισπανία αλλά Ιβηρία, και το χωριό Χάντουλα, μια ποιητική μεταμόρφωση του πραγματικού χωριού του συγγραφέα. Εκεί ζει μια οικογένεια ελαιοπαραγωγών κι εκεί η λογική αναποδογυρίζει με τόση φυσικότητα που πολύ γρήγορα παύεις να εκπλήσσεσαι και αρχίζεις να το απολαμβάνεις. Σε κάθε γέννα του χωριού ένας άνεμος ταρακουνά τα δέντρα και τα λυγίζει μέχρι να βουτήξουν τις κορφές τους μέσα στο ποτάμι. Υπάρχουν φρούτα που φέγγουν μέσα στη νύχτα γιατί κατοικούν μέσα τους πυγολαμπίδες. Άνθρωποι περπατούν πάνω στο νερό ή χαϊδεύουν τσουκνίδες χωρίς να τσιμπιούνται, αρκεί να κρατούν την ανάσα τους, γιατί σ’ αυτή τη γη, με λίγη θέληση, υπομονή και πίστη, οι κανόνες κάμπτονται στο καπρίτσιο των κατοίκων. Ένα κουαρτέτο εγχόρδων είναι σκαλισμένο μέσα σε ζωντανούς κορμούς δέντρων, έτσι που η μουσική ταξιδεύει από τις ρίζες και κάνει να δονείται όλη η γη γύρω, και τις γιορτές το χωριό κάθεται στα χωράφια και νιώθει τις νότες να αντηχούν μέσα στο ίδιο του το κορμί.

Όσο προχωράς, γνωρίζεις πρόσωπα που δύσκολα ξεχνάς. Έναν χήρο αδελφό που κοιμάται μέσα στην κουφάλα από τις ρίζες μιας συκιάς, αγκαλιά με φίδια που δεν τον δαγκώνουν χάρη σ’ ένα σπιτικό άρωμα. Μια οικογένεια που φοράει τα ονόματά της σε μικρές μεταλλικές ταμπελίτσες στον λαιμό και ένα επώνυμο που γράφεται με δύο διαφορετικούς τρόπους, επειδή γενιές ολόκληρες υπαλλήλων του ληξιαρχείου δεν συμφώνησαν ποτέ ποιος είναι ο σωστός. Γυναίκες που διαβάζουν στα σημάδια του εγκύου σώματος αν θα γεννηθεί αγόρι ή κορίτσι και μια αλυσιδίτσα που σπάει στα δύο και προμηνύει συμφορά. Όλες αυτές οι εικόνες δεν είναι απλώς διακοσμητικά ευρήματα. Είναι ο τρόπος του συγγραφέα να σου μιλήσει για την πιο ωμή φρίκη του πολέμου χωρίς να σε συνθλίψει, ντύνοντας τον πόνο με ομορφιά, χιούμορ και απροσδόκητη τρυφερότητα. Κι αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο του κατόρθωμα.

Κάπου στη μέση του βιβλίου καταλαβαίνεις από πού κρατάει ο τίτλος και η σκηνή σε στοιχειώνει. Δύο άνθρωποι, σκυμμένοι πάνω από έναν πίνακα σαν ψυχροί γραφειοκράτες, μετρούν πόσα σπίτια έχουν αδειάσει σε ολόκληρη τη χερσόνησο. Από πόλη σε πόλη, από βομβαρδισμό σε βομβαρδισμό, φτάνουν σ’ έναν αριθμό που σε παγώνει, πάνω από ένα εκατομμύριο άδεια σπίτια. Εκεί συνειδητοποιείς ότι ο τίτλος δεν είναι μια όμορφη μεταφορά. Είναι η ίδια η κυριολεξία της απώλειας, ένας ολόκληρος τόπος που ερημώνει σιγά σιγά, σπίτι με σπίτι και οικογένεια με οικογένεια, μέχρι να μείνει μόνο η σιωπή.

Αυτό που απογειώνει το μυθιστόρημα είναι ο τρόπος που πλέκει τα πεπρωμένα αυτών των απλών ανθρώπων με τις σκιές πραγματικών προσώπων που σημάδεψαν την εποχή. Ο Λόρκα, ο Πικάσο, ο Χέμινγουεϊ, ο Όργουελ, ο Ουναμούνο περνούν μέσα από τις σελίδες και μπλέκονται με τη μοίρα μιας γενιάς ελαιοπαραγωγών, σε μια τεράστια ταπισερί όπου το επικό συναντά το ηθογραφικό και η ιστορία γίνεται μύθος. Είναι σαν να διαβάζεις ταυτόχρονα ένα οικογενειακό χρονικό και ένα παραμύθι για ενήλικες, μ’ έναν αφηγητή που σε κρατά από το χέρι σε ύφος που πολλοί παρομοίασαν με τον Θερβάντες. Δεν είναι τυχαίο που το βιβλίο συγκρίθηκε με το «Τενεκεδένιο Ταμπούρλο» του Γκύντερ Γκρας, ούτε που το όνομα του David Uclés μπαίνει πια δίπλα σε εκείνα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και της Ιζαμπέλ Αλιέντε. Κι όμως, παρά τις μεγάλες αυτές παρομοιώσεις, η φωνή του παραμένει ολότελα δική του, μ’ έναν ρυθμό φρέσκο και παλλόμενο που σπάνια συναντάς πια.

Θα είμαι ειλικρινής μαζί σου. Υπήρξαν σελίδες που χρειάστηκε να σταματήσω και να πάρω μια ανάσα, τόσο δυνατές ήταν οι εικόνες τους. Άλλες πάλι με έκαναν να χαμογελάσω μέσα στη φρίκη, γιατί ο συγγραφέας ξέρει να βρίσκει το φως ακόμα και στο πιο πηχτό σκοτάδι. Κι όμως, αυτό που έμεινε μέσα μου στο τέλος δεν ήταν η μελαγχολία αλλά ένα παράξενο, ζεστό φως. Γιατί το βιβλίο κλείνει με τον τρόπο που άνοιξε, γυρίζοντας πίσω στον αφηγητή και στον παππού του, σ’ εκείνον που κάποτε του χάρισε όλες αυτές τις ιστορίες προτού φύγει. Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι ολόκληρο αυτό το βιβλίο δεν είναι παρά μια πράξη αγάπης και μνήμης, ένας τρόπος να μην αδειάσει ποτέ εντελώς κανένα σπίτι όσο υπάρχει κάποιος να θυμάται εκείνους που έζησαν μέσα του. Και ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο μάθημά του. Ότι γράφουμε και διαβάζουμε για να μη χαθεί κανείς στ’ αλήθεια.

Αν αγαπάς τη σπουδαία λογοτεχνία, αν σε γοητεύει ο μαγικός ρεαλισμός, ή αν απλώς θες να καταλάβεις γιατί όλοι μιλούν γι’ αυτό το βιβλίο, χάρισέ του τον χρόνο που του αξίζει. Είναι μια ανάγνωση που ζητάει την προσοχή σου, αλλά στην ανταποδίδει στο πολλαπλάσιο. «Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή καθώς σ’ όλα τα βιβλιοπωλεία. Κάτι μου λέει πως, μόλις φτάσεις στην τελευταία της σελίδα, αυτά τα άδεια σπίτια θα έχουν γεμίσει για πάντα μια γωνιά μέσα σου.