Βιβλιοκριτική «Σώμα ερωτικό»
Υπάρχει μια στιγμή στις πρώτες σελίδες που καταλαβαίνεις πως δε θα θέλεις να αφήσεις αυτό το βιβλίο από τα χέρια σου. Ένας άντρας, ο Μιχάλης, ανοίγει ένα ολοκαίνουργιο τετράδιο και αποφασίζει να γράψει την ιστορία μιας γυναίκας που μόλις έφυγε. Γράφει αργά το βράδυ και πότε πότε μέσα στον ηλεκτρικό, στη διαδρομή Κηφισιά Ομόνοια, γιατί, όπως λέει, τριάντα έξι λεπτά να πας και τριάντα έξι να γυρίσεις δεν είναι και λίγο. Νιώθει πως της χρωστάει κάτι, για όλα όσα του έμαθε μέσα από τα βιβλία. Έτσι ξεκινά το «Σώμα ερωτικό. Η ιστορία μιας μεταφράστριας» της Εύας Μ. Μαθιουδάκη, από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κι η γυναίκα αυτή είναι η Στέλλα Βουρδουμπά, μια μεταφράστρια που η λογοτεχνία μας δεν φώτισε ποτέ αρκετά.
Το πρώτο κεφάλαιο, «Η γριά αλεπού», ανοίγει με μια ερώτηση που θα σε συντροφεύει ως το τέλος. «Κι αν είναι πιο αργά απ’ όσο νομίζεις;» Όσο προχωράς, καταλαβαίνεις πως η ερώτηση δεν αφορά μόνο τη Στέλλα, αφορά και εσένα. Ο Μιχάλης τη γνώρισε ηλικιωμένη, κλεισμένη στο σπίτι της, με το σώμα της να έχει γίνει ένα με το μικρό καθιστικό, μια μάζα πάνω σ’ ένα ξεθωριασμένο μαξιλάρι. Μόνο το βλέμμα της παρέμενε διαπεραστικό, όσο τα μακριά της χέρια τακτοποιούσαν χαρτιά, πληκτρολογούσαν στη βαριά γραφομηχανή, έσβηναν κι έγραφαν πάνω στο ξύλινο τραπέζι με τις κόλλες αναφοράς και τα χοντρά λεξικά.
Η μεγάλη αρετή της Εύας Μαθιουδάκη βρίσκεται στις λεπτομέρειες. Μια ασημένια τσιγαροθήκη, ένα γεμάτο τασάκι, μια ανοιχτή μπαλκονόπορτα, ο κήπος που αγκαλιάζει το ισόγειο δωμάτιο και η γλυσίνα που πνίγει με τις περικοκλάδες της τα γαλλικά παράθυρα. Με τρεις πινελιές βρίσκεσαι μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο και σχεδόν το μυρίζεις. Και μετά ακούγεται η φωνή της, καθημερινή και ζεστή, να λέει «υγρασία και σήμερα, Μιχάλη, τι μου έφερες; Έλα, κάθισε». Ζούσε από τη μετάφραση κi όταν χρειαζόταν, από τη γενναιοδωρία των φίλων, χωρίς όμως να πτοείται. Της άρεσαν τα καπέλα και τα φανταχτερά μεταξωτά φουστάνια, κρατούσε ελαφρά το ρo με τον αέρα μιας πολυταξιδεμένης θεατρίνας, κι όμως ούτε θεατρίνα δήλωνε, ούτε μεταφράστρια. Ήταν μόνο η Στέλλα, κι αυτή είναι από τις πιο όμορφες φράσεις του βιβλίου.
Δίπλα της στέκεται η Μαρία, γειτόνισσα και πρωτοδιοριζόμενη δασκάλα, που τη γνώρισε όταν η Στέλλα πάλευε μ’ ένα ξύλινο μπαούλο που της έπεφτε βαρύ και την επόμενη μέρα της είχε στήσει καρτέρι από το μπαλκόνι. Έγινε η κόρη που δεν απέκτησε ποτέ, αλλά και το δεξί της χέρι, εκείνη που της κρατούσε συντροφιά και της έκανε τα θελήματα. Σ’ αυτή τη σχέση βρίσκονται και οι πιο τρυφερές σελίδες, με τη Στέλλα να της μιλά για τον Ρομαίν Ρολάν και για το «Πόλεμος και Ειρήνη», που, όπως λέει, οι περισσότεροι το διαβάζουμε μυωπικά και χανόμαστε στις λεπτομέρειες χωρίς να αναγνωρίζουμε το μεγαλείο και τη μαγεία του. Ένα έργο τέχνης, της εξηγεί, είναι σημαντικό όταν σε κάνει να συμμετέχεις σε όσα αφηγείται. Ακόμη και στο πιο δυσνόητο βιβλίο αρκεί να βρεις το σημείο τομής και να γίνεις μέρος του, να κρατήσεις μια κρυφή επικοινωνία μαζί του χρόνια μετά την ανάγνωση, σαν αυτή να συνεχίζεται στο διηνεκές και να σε διαμορφώνει υπόγεια και μυστικά, σχεδόν άθελά σου. Και προχωρά σε μια παρομοίωση που, αν αγαπάς τα βιβλία, θα σε αφοπλίσει. Τα βιβλία μοιάζουν με τους φίλους. Πολλοί περνούν χωρίς να σταθούν δίπλα μας, ένας όμως βρίσκεται στον δρόμο μας και μας αλλάζει τη ζωή, όπως ο Πιερ Μπεζούκωφ όταν συνάντησε τον Καρατάγιεβ.
Εκεί που το βιβλίο κερδίζει σε βάθος είναι όταν αφήνει στην άκρη τη γοητεία και δείχνει τη ρωγμή. Η Στέλλα μαθήτευσε εσώκλειστη από μικρό παιδί στη Γαλλική Σχολή Καλογραιών, με κανόνα απαράβατο, μιλάμε και σκεφτόμαστε στα γαλλικά, δεν μεταφράζουμε από τη γλώσσα μας. Την έβαζαν να αποστηθίζει μεγάλα αποσπάσματα από βιβλία χωρίς πάντοτε να καταλαβαίνει το νόημά τους, βιβλία που της δίδαξαν τους αυτοματισμούς της γλώσσας και το να απαντά χωρίς να σκέφτεται. Ο Μιχάλης το κλείνει με μια φράση που πονάει, πως είχαν οι άλλοι κάνει τις επιλογές τους για εκείνη. Αυτή η πλουσιοκόρη, η κανακεμένη από γιαγιάδες και νταντάδες, έζησε πτωχικά κι έφυγε μονάχη και στην κηδεία της την αποχαιρέτησαν δέκα άνθρωποι όλοι κι όλοι. Θα πεις πως αυτό είναι το τέλος μιας γερόντισσας, το ίδιο σκέφτεται και ο Μιχάλης και κλείνει το κεφάλαιο με τέσσερις λέξεις που σε καρφώνουν στην καρέκλα. Όμως το πράγμα ήρθε αλλιώς.
Και όντως ήρθε αλλιώς, γιατί στο τελευταίο μέρος τον λόγο παίρνει η ίδια. Και τότε καταλαβαίνεις πως όλα όσα διάβασες ως εκείνη τη στιγμή ήταν το περίγραμμα, ενώ το πορτρέτο το ζωγραφίζει μόνη της. Μαθαίνεις για τον Σωτήρη, τον άντρα που αγάπησε και που την πλήγωσε με τον χειρότερο τρόπο, για τα χρόνια που δεν είχε νέα του, για την πολιτική κατάσταση που έσβηνε κάθε ελπίδα να ξαναβρεθούν σ’ εκείνο το καλύτερο αύριο που είχαν ονειρευτεί. Κι όμως δεν παραπονιέται. Λέει πως στάθηκε τυχερή και πως τώρα μετρά τη ζωή της αλλιώς, γιατί ξέρει ότι το μεγαλείο ενσαρκώνεται στα ταπεινά και στα ελάχιστα. Μακαρίζει εκείνον τον κουτσό γέρο της γειτονιάς που, σέρνοντας το ποδάρι του, ποτίζει καθημερινά το περιβόλι του και λέει πως ένα περιβόλι θα έπρεπε να είναι το μέτρο του ανθρώπου, ένα περιβόλι που χρόνο με τον χρόνο προσαρμόζουμε στις ανάγκες μας.
Μέσα από τη φωνή της περνά και η ιστορία της χώρας. Παραθερίζει στην Κηφισιά, εφευρίσκοντας μάλιστα το ρήμα κηφισίζουμαι, ενώ δουλεύει μέρα νύχτα και καταφέρνει να κρατήσει το σπίτι της εν μέσω δικτατορίας. Κατεβαίνει στον Πλάτανο με το καλό πλισέ φουστάνι για να ψωνίσει και να ξεπληρώσει κάποια χρέη που είχε αφήσει στα μαγαζιά της γειτονιάς και στο περίπτερο με τις ξένες εφημερίδες πέφτει πάνω στην είδηση της εισβολής στην Πράγα. Παίρνει τον Μιχάλη τηλέφωνο, κάθονται με την Figaro και την Monde μπροστά τους, εκείνος μιλά για την αποσταλινοποίηση και τα Γκουλάγκ, στο απέναντι πεζοδρόμιο αστυνομικοί γελούν ακουμπισμένοι στο περιπολικό και στο διπλανό τραπέζι Αμερικανοί από τη βάση της Νέας Μάκρης παραγγέλνουν κόκα κόλες. Και μέσα σε όλα αυτά, η σκέψη της είναι μία, μήπως ο Σωτήρης βρέθηκε πάλι στη μέση.
Υπάρχει και ένα κεφάλαιο που ξεχωρίζει, η «Κονσιερζερί», όπου η Στέλλα βρίσκεται μέσα σ’ ένα κακό όνειρο που δεν λέει να τελειώσει. Στο όνειρο δεν είναι η Στέλλα αλλά η Σαρλότ Κορντέ, φυλακισμένη, να χτυπιέται με τις γροθιές της σε ατέλειωτους δαιδαλώδεις διαδρόμους πριν την ανεβάσουν στη γκιλοτίνα, με εικόνες βομβαρδισμένων πολιτειών και νεκρών εργατών να περνούν μπροστά από τα μάτια της σαν οθόνες. Ξυπνά τρομαγμένη, λουσμένη στον ιδρώτα, και το ημερολόγιο στον τοίχο δείχνει 17 Αυγούστου του 1975. Το χθες, γράφει, είχαν πάει με μεγάλη συντροφιά στη Λεωφόρο να ακούσουν το Canto General. Είναι από τις σελίδες που δείχνουν πόσο έξυπνα η συγγραφέας πλέκει το προσωπικό τραύμα με το συλλογικό, χωρίς ούτε μια αράδα διδακτισμού.
Το κλείσιμο του βιβλίου δεν θα σου το χαλάσω, θα σου πω μόνο πως στα τελευταία κεφάλαια η Στέλλα μιλά για το σώμα της που τη προδίδει, σκέφτεται τον τάφο του Κητς στη Ρώμη μ’ εκείνη τη συγκλονιστική επιγραφή, εδώ αναπαύεται κάποιος που το όνομά του γράφτηκε στο νερό και αναρωτιέται ποιος θα τη συντροφεύσει στο τελευταίο ταξίδι. Και κάπου εκεί δίνει στον τίτλο του βιβλίου το νόημά του, όταν βλέπει τον εαυτό της στην αντανάκλαση μιας γυάλινης πόρτας παραδίδοντας χειρόγραφα στον εκδότη της και συνειδητοποιεί πως είναι ένα δοχείο λέξεων, δοχείο ερωτικό, η ιέρεια και η φωτιά μαζί. Μια ζωή, λέει, διπλής όψεως, δημόσιας και ιδιωτικής, αλλά και μιας άλλης, μυστικής, που την χτίζουμε πάνω σε ζωτικά ψεύδη τα οποία καταλήγουν συχνά να γίνονται η μόνη μας αλήθεια.
Αξίζει λοιπόν να το διαβάσεις και θα σου πω γιατί. Γιατί τιμά μια γυναίκα την οποία η εποχή της δεν τίμησε ποτέ αρκετά. Γιατί μιλά για τη μετάφραση σαν για πράξη ζωής και όχι σαν για επάγγελμα, με εκείνο το «μεταφράζω για να ζήσω» να σημαίνει ταυτόχρονα και τα δύο. Γιατί μέσα σε λίγες σελίδες χωρά μια ολόκληρη Ελλάδα, από τη μεσοπολεμική Ευρώπη ως τη Μεταπολίτευση. Γιατί σε βάζει να σκεφτείς πόσες αποφάσεις της ζωής μας τις πήραν τελικά άλλοι για εμάς. Και γιατί, πάνω απ’ όλα, είναι γραμμένο με μια τρυφερότητα που πουθενά δεν γλιστρά σε συναισθηματισμό.
Δεν είναι βιβλίο για να το διαβάσεις μονομιάς. Είναι βιβλίο για να το διαβάζεις αργά, όπως ακριβώς έγραφε ο Μιχάλης το τετράδιό του, λίγο κάθε βράδυ. Και όταν το κλείσεις, η Στέλλα θα έχει εγκατασταθεί μέσα σου σαν άνθρωπος που γνώρισες στ’ αλήθεια.
Θα το βρεις εδώ, στις Εκδόσεις Καστανιώτη καθώς και σ’ όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας.