Στρυχνίνη. Αν αγαπάς το αστυνομικό μυθιστόρημα, μόλις διάβασες αυτή τη λέξη κάτι χτύπησε μέσα σου, γιατί με στρυχνίνη ξεκίνησε τα πάντα. Ήταν το δηλητήριο που διάλεξε η Αγκάθα Κρίστι για το πρώτο της βιβλίο, εκατό και κάτι χρόνια πριν, και από τότε λειτουργεί σαν υπογραφή. Όταν μια σύγχρονη Ελληνίδα συγγραφέας διαλέγει το ίδιο δηλητήριο για το ντεμπούτο της, δεν είναι τυχαίο. Είναι δήλωση προθέσεων.

Μιλάμε για το βιβλίο «Φόνος στην ταράτσα» της Νατάσας Ιντζόγλου, από τις Εκδόσεις Μίνωας, ένα βιβλίο που έκανε κάτι σπάνιο για πρώτο μυθιστόρημα. Επανεκδόθηκε μέσα στον πέμπτο μήνα της κυκλοφορίας του, κάτι που στην ελληνική αγορά σημαίνει ότι ο κόσμος το διέδωσε από στόμα σε στόμα.

Και η αφετηρία είναι υπέροχα κλασική. Μια βραδιά που ξεκινά με γιορτή, με χαμόγελα, με ποτήρια που τσουγκρίζουν σε μια αθηναϊκή ταράτσα, τελειώνει μ’ ένα πτώμα. Μια καλεσμένη πέφτει νεκρή από δηλητηρίαση και μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο όλοι όσοι μοιράζονταν το ίδιο τραπέζι μετατρέπονται σε υπόπτους. Γιατί εδώ έχουμε το πιο απολαυστικό είδος μυστηρίου, το κλειστό κύκλωμα. Ο δράστης δεν ήρθε από έξω. Ο δράστης έφαγε μαζί σου. Ένα φλυτζάνι καφέ, που περιείχε δηλητήριο. Ποιος το έβαλε όμως στην κούπα της Δανάης;

Την έρευνα αναλαμβάνει η ντετέκτιβ Ανδριάνα Νικάκη μαζί με τον βοηθό της, τον Ερμή Κέζη κι εδώ αξίζει να σταθείς στην επιλογή. Η συγγραφέας δεν διάλεξε αστυνομικό της υπηρεσίας αλλά ιδιωτική ντετέκτιβ, που σημαίνει ότι κινείται πιο ελεύθερα, ρωτά πράγματα που ένας αστυνόμος δεν θα ρωτούσε και μπαίνει σε σπίτια που δεν θα του άνοιγαν. Το δίδυμο δουλεύει με τον ρυθμό που έχουμε αγαπήσει σ’ αυτό το είδος, η μία παρατηρεί και ο άλλος ρωτά τα προφανή, ώστε να τα μαθαίνεις κι εσύ.

Αυτό που κρατά την αγωνία δεν είναι το πτώμα, είναι οι μάσκες. Πίσω από τους καλεσμένους παραμονεύουν εμμονές, προδοσίες και πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ. Και όσο η έρευνα προχωρά και οι ύποπτοι πληθαίνουν, τόσο καταλαβαίνεις ότι κανείς σε αυτή την παρέα δεν λέει ολόκληρη την αλήθεια. Οι πιο ενδιαφέρουσες σελίδες δεν είναι εκείνες που ψάχνουν τον δολοφόνο, είναι εκείνες που δείχνουν πόσα κρύβουν οι άνθρωποι που δηλώνουν φίλοι μεταξύ τους.

Και επειδή οι χαρακτήρες είναι πολλοί, να ξέρεις ένα πράγμα που θα σε βοηθήσει. Στην αρχή του βιβλίου υπάρχει αναλυτική λίστα με τα πρόσωπα και το ποιος είναι ποιος, οπότε αν σε κάποιο σημείο μπερδευτείς, γυρνάς μπροστά και θυμίζεις στον εαυτό σου τι σχέση έχει ο καθένας με τον καθένα. Μικρή λεπτομέρεια, αλλά κάνει τη διαφορά.

Η γραφή είναι απλή και σύγχρονη, χωρίς λογοτεχνικές επιδείξεις και χωρίς κενά στην πλοκή. Η συγγραφέας πέρασε τέσσερα χρόνια σπουδάζοντας εγκληματολογία, ανακριτική και δημιουργική γραφή προτού καθίσει να γράψει και το καταλαβαίνεις. Το παιχνίδι είναι δίκαιο, τα στοιχεία υπάρχουν όλα μπροστά σου κι όμως σχεδόν κανείς αναγνώστης δεν βρίσκει τον ένοχο. Το άκουσα τόσες φορές που έπαψε να είναι σύμπτωση.

Είναι επίσης από τα βιβλία που τελειώνεις σε μία μέρα, οπότε βάλ’ το στα σχέδιά σου για ένα Σαββατοκύριακο ή για μια πολύωρη διαδρομή. Και αν είσαι από όσους λένε πως δεν διαβάζουν αστυνομικά επειδή τα φοβούνται βαριά ή μπερδεμένα, αυτό είναι η ιδανική πόρτα εισόδου. Έχει όλη τη γοητεία του είδους χωρίς την ωμότητα που τρομάζει τους πρωτάρηδες.

Ένα καθαρό, έξυπνο και εθιστικό whodunit, γραμμένο στα ελληνικά και τοποθετημένο σε μια ταράτσα που θα μπορούσε να είναι η ταράτσα της γειτονιάς σου. Θα το βρεις σ’ όλα τα βιβλιοπωλεία καθώς και online από τις Εκδόσεις Μίνωας. Και όταν φτάσεις στην αποκάλυψη, θα θελήσεις να γυρίσεις πίσω να δεις πού σου το είχε κρύψει.