Βιβλιοκριτική «Οι αυτοκτονίες των γυναικών στην Ελλάδα με την έλευση του 20ού αιώνα»
Πόσες φορές μια γυναίκα που διαμαρτύρεται βαφτίζεται υπερβολική αντί να ακουστεί; Πόσες φορές το αίτημά της για κάτι αυτονόητο, για σπουδές, για δουλειά, για το δικαίωμα να αποφασίζει μόνη της, αντιμετωπίστηκε ως ιδιοτροπία, ως υστερία, ως πρόβλημα δικό της και όχι της κοινωνίας γύρω της; Το βιβλίο «Οι αυτοκτονίες των γυναικών στην Ελλάδα με την έλευση του 20ού αιώνα» της Σοφίας Τατίδου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εστία στη σειρά Ιστορία και Πολιτική, ξεκινά ακριβώς από εκεί που πονάει αυτό το ερώτημα και δεν σε αφήνει να το ξεχάσεις μέχρι την τελευταία σελίδα.
Με υπότιτλο «Ένα διαχρονικό αίτημα χειραφέτησης», το βιβλίο μάς ταξιδεύει σε μια κομβική περίοδο, στο γύρισμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα, τότε που ο κόσμος άλλαζε και η θέση της γυναίκας μέσα του ζητούσε επειγόντως να επαναπροσδιοριστεί. Η συγγραφέας επιλέγει να εξερευνήσει αυτή τη μετάβαση μέσα από ένα φαινόμενο που συγκλόνισε το κοινό αίσθημα της εποχής και που τότε ονομάστηκε ακόμα και «επιδημία αυτοκτονιών». Κι όμως, αυτό που σε κερδίζει στην προσέγγισή της είναι ότι δεν αντιμετωπίζει αυτές τις πράξεις ως ψυχολογικά περιστατικά ή ως ατομικές τραγωδίες αποκομμένες από το γύρω τους. Τις διαβάζει ως διακηρύξεις. Ως φωνές που, μη βρίσκοντας άλλον τρόπο να ακουστούν, μετατράπηκαν σε μια οριακή χειρονομία διαμαρτυρίας. Πίσω από κάθε περίπτωση κρύβεται ένα αίτημα, για σπουδές, για εργασία, για ανεξαρτησία, για ελεύθερη επιλογή στην καρδιά, για μια καλύτερη μεταχείριση από μια κοινωνία και μια πολιτεία που έμοιαζαν να μην ακούν.
Η έρευνα εκτείνεται στην εικοσιπενταετία από το 1887 ως το 1912 και εντυπωσιάζει με τη μεθοδικότητά της. Η συγγραφέας αποδελτίωσε γυναικείες αυτοκτονίες και απόπειρες από τις αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής, με κύρια πηγή την «Ακρόπολις» και συμπληρωματικά τις «Σκριπ», «Εμπρός», «Άστυ» και «Καιροί», συγκεντρώνοντας ένα δείγμα γύρω στις τετρακόσιες εβδομήντα περιπτώσεις. Μέσα από επιστολές, μαρτυρίες οικείων και αστυνομικά δελτία, δίνει φωνή σε ιστορίες που για δεκαετίες έμειναν στο περιθώριο, στις γυναίκες από τα κάτω, σε μια όψη της κοινωνικής μας ιστορίας που παραμένει σχεδόν άγνωστη ακόμα και σήμερα.
Αυτό που κάνει το βιβλίο να στέκεται ξεχωριστά είναι η δομή του. Κάθε κεφάλαιο ανοίγει και μια διαφορετική πόρτα. Συναντάς μια νέα απόφοιτη του Αρσακείου που ονειρευόταν να σπουδάσει Ιατρική και έγινε σύμβολο ενός ολόκληρου αγώνα. Συναντάς ζευγάρια που πλήρωσαν με τη ζωή τους το δικαίωμα να αγαπήσουν ελεύθερα, παρά τα κοινωνικά και οικονομικά εμπόδια. Συναντάς μια νέα γυναίκα της αριστοκρατίας που λύγισε κάτω από το βάρος της πατρικής καταπίεσης, έφηβα κορίτσια μιας φτωχογειτονιάς, γυναίκες που στοχοποιήθηκαν για λόγους τιμής, αοιδούς που η αστυνομία κυνηγούσε ως «ύποπτες» επειδή απλώς δεν χωρούσαν στο καλούπι. Και στο τέλος, τις υπηρέτριες, τις εργαζόμενες γυναίκες που η σκληρή καθημερινότητα δεν τους άφηνε κανένα περιθώριο ελευθερίας ή προσωπικής επιλογής.
Διαβάζοντάς το, αυτό που μένει δεν είναι ο πόνος αλλά η διαύγεια. Η συγγραφέας δεν επιχειρεί μια γενεαλογία της αυτοκτονίας, αλλά μια χαρτογράφηση, μια προσπάθεια να κατανοήσουμε τις συνθήκες ζωής αυτών των γυναικών και τους ιστορικούς όρους που τις έσπρωξαν στα όρια. Θέτει ερωτήματα που μένουν μαζί σου, τι κατάφεραν τελικά αυτές οι γυναίκες με τη φωνή τους, πώς τις «διάβασε» ο Τύπος και η κοινωνία, ποιο ήταν στ’ αλήθεια το προφίλ τους. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου που μιλάει για έναν άλλο αιώνα, νιώθεις πόσο επίκαιρα παραμένουν τα ερωτήματα. Πόσο εύκολα ακόμα και σήμερα η γυναίκα που διαμαρτύρεται βαφτίζεται «υπερβολική» ή «δύσκολη», αντί να ακουστεί.
Αυτό που καταφέρνει η Σοφία Τατίδου είναι το δύσκολο κομμάτι. Παντρεύει την επιστημονική αυστηρότητα με μια βαθιά ανθρώπινη ματιά, χωρίς ποτέ να γίνεται στεγνή ή βαριά. Είναι ένα βιβλίο που σε κάνει πιο σοφή για το παρελθόν και πιο προσεκτική για το παρόν και που σου θυμίζει ότι η χειραφέτηση που σήμερα ίσως θεωρείς δεδομένη χτίστηκε πάνω σε φωνές που για πολύ καιρό κανείς δεν ήθελε να ακούσει.
Και ίσως εδώ είναι που το βιβλίο σταματά να μιλά μόνο για το παρελθόν. Γιατί αν κλείσεις την τελευταία σελίδα και κοιτάξεις γύρω σου, θα συνειδητοποιήσεις ότι πολλά από τα ερωτήματά του παραμένουν αναπάντητα ακόμα και σήμερα. Σε μια χώρα που μετρά τη μία γυναικοκτονία μετά την άλλη, η ουσιαστική προστασία των γυναικών μοιάζει ακόμα ζητούμενο. Οι δομές φιλοξενίας για γυναίκες που κακοποιούνται μέσα στην ίδια τους τη σχέση είναι ελάχιστες και ασφυκτικά γεμάτες. Και πόσες φορές μια γυναίκα μένει εγκλωβισμένη όχι επειδή δεν θέλει να φύγει, αλλά επειδή απλώς δεν έχει πού να πάει. Με τα παιδιά της στην αγκαλιά, δεν βρίσκει κανέναν να της προσφέρει μια στέγη, μια δουλειά, μια πραγματική διέξοδο. Κι έτσι, χρόνια μετά τις ηρωίδες αυτού του βιβλίου, η αδυναμία της πολιτείας να σταθεί δίπλα στις γυναίκες παραμένει μια ανοιχτή πληγή.
Ας είμαστε ξεκάθαρες, γιατί τα πράγματα δεν πρέπει να τα μπερδεύουμε. Η γυναικοκτονία και η αυτοκτονία είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Κι όμως, μερικές φορές η απόσταση ανάμεσά τους είναι πιο μικρή απ’ όσο θα θέλαμε να παραδεχτούμε. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που δεν φτάνουν στα όρια από μόνοι τους, αλλά οδηγούνται εκεί, πιεσμένοι, στριμωγμένοι, υποκινούμενοι από άλλους και από συνθήκες που τους αφαιρούν κάθε διαφυγή. Ακριβώς όπως οι γυναίκες που συναντάς στις σελίδες αυτού του βιβλίου.
Και δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις έναν αιώνα πίσω για να το νιώσεις. Φτάνει να σκεφτείς πόσο επίκαιρο παραμένει το κεφάλαιο που μιλά για τα νεαρά κορίτσια, όταν ακόμα και στις μέρες μας μαθαίνουμε για έφηβες που χάνονται, για ζωές που σβήνουν πριν καλά καλά ανθίσουν. Είναι η ίδια σιωπή, η ίδια μοναξιά, η ίδια απουσία ενός χεριού που θα μπορούσε να τις κρατήσει. Κι αυτό είναι ίσως το πιο ανατριχιαστικό μάθημα του βιβλίου. Ότι η ιστορία, όταν δεν τη μαθαίνουμε σωστά, έχει τη συνήθεια να επαναλαμβάνεται.
Γι’ αυτό και αυτό το βιβλίο δεν είναι απλώς μια ιστορική μελέτη. Είναι μια υπενθύμιση και μια αφύπνιση. Μας καλεί να ακούμε τις γυναίκες γύρω μας προτού η φωνή τους γίνει κραυγή, να στηρίζουμε εκείνες που δεν έχουν πού να σταθούν και να απαιτούμε από την πολιτεία τις δομές που οφείλει εδώ και δεκαετίες να έχει στήσει. Γιατί η χειραφέτηση δεν είναι κάτι που κερδήθηκε μια φορά και για πάντα. Είναι κάτι που το προστατεύεις κάθε μέρα, με τον τρόπο που στέκεσαι δίπλα στη διπλανή σου.
Αν σ’ ενδιαφέρει η ιστορία των γυναικών, η κοινωνιολογία ή απλώς θες να καταλάβεις από πού ξεκινήσαμε και πόσο δρόμο έχουμε ακόμα μπροστά μας, δώσε σε αυτό το βιβλίο μια θέση στη βιβλιοθήκη σου. Και ίσως, αφού το διαβάσεις, δώσε και λίγη παραπάνω προσοχή στις γυναίκες γύρω σου.
Μπορείς να προμηθευτείς άμεσα από το βιβλιοπωλείον της Εστίας καθώς και από κάποιο συνοικιακό βιβλιοπωλείο.
Αν εσύ ή κάποια που ξέρεις περνάτε δύσκολες στιγμές, δεν είστε μόνες. Στην χώρα μας λειτουργεί η Γραμμή SOS 15900 για την έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία.