Γιατί τελικά προδίδουμε αντί να συνεργαζόμαστε;
Γιατί ενώ ξέρεις ότι η συνεργασία είναι το καλύτερο για όλους, καταλήγεις να σκέφτεσαι πρώτα τον εαυτό σου; Υπάρχει ένας ολόκληρος ψυχολογικός μηχανισμός πίσω από αυτή τη συμπεριφορά και εξηγείται μέσα από ένα κλασικό νοητικό πείραμα που χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες για να κατανοήσουμε τις ανθρώπινες σχέσεις, τις αποφάσεις και την εμπιστοσύνη.
Η βασική ιδέα είναι απλή. Δύο άνθρωποι καλούνται να επιλέξουν αν θα συνεργαστούν ή αν θα κοιτάξουν το προσωπικό τους συμφέρον, χωρίς να γνωρίζουν τι θα κάνει ο άλλος. Αν και η συνεργασία οδηγεί στο καλύτερο συνολικό αποτέλεσμα, η λογική της αυτοπροστασίας συχνά μας σπρώχνει στην προδοσία. Όχι επειδή είμαστε κακοί, αλλά επειδή φοβόμαστε μήπως μείνουμε εκτεθειμένοι.
Σ’ αυτή τη συνθήκη, υπάρχουν τρία πιθανά σενάρια. Αν ο ένας προδώσει και ο άλλος συνεργαστεί, ο πρώτος βγαίνει κερδισμένος και ο δεύτερος πληρώνει ακριβά την εμπιστοσύνη του. Αν και οι δύο συνεργαστούν, το αποτέλεσμα είναι ήπιο και για τους δύο. Αν όμως και οι δύο προδώσουν, τότε καταλήγουν σε μια μέτρια αλλά χειρότερη κατάσταση από αυτή της συνεργασίας. Κι όμως, παρά το ότι η συνεργασία είναι το καλύτερο δυνατό σενάριο, οι περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν την προδοσία, απλώς και μόνο για να μη ρισκάρουν.
Αυτό το μοτίβο δεν είναι θεωρητικό. Το βλέπεις παντού γύρω σου. Σε μια σχέση όπου και οι δύο συμφωνείτε να κάνετε οικονομία αλλά φοβάσαι ότι ο άλλος δεν θα τηρήσει τη συμφωνία. Στη δουλειά, όταν μια ομάδα ξέρει ότι αν όλοι βάλουν πλάτη θα πετύχουν, αλλά ο καθένας σκέφτεται πώς να προστατεύσει τη θέση του. Ακόμα και σε μεγάλα κοινωνικά ζητήματα, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, όπου το άμεσο προσωπικό όφελος μοιάζει πιο απτό από το μακροπρόθεσμο συλλογικό καλό.
Το πρόβλημα είναι ότι το προσωπικό κέρδος είναι άμεσο και ορατό, ενώ το κοινό όφελος έρχεται αργότερα και είναι πιο αφηρημένο. Είναι εύκολο να πεις σήμερα «δεν πειράζει αν κάνω λίγο παραπάνω», αλλά πολύ πιο δύσκολο να φανταστείς τις συνέπειες αυτής της επιλογής σε βάθος χρόνου. Κι έτσι, χωρίς καν να το καταλάβεις, μπαίνεις σ’ έναν φαύλο κύκλο όπου όλοι χάνουν.
Τα πράγματα όμως αλλάζουν όταν η σχέση δεν είναι στιγμιαία. Όταν οι ίδιoi άνθρωποι αλληλεπιδρούν ξανά και ξανά, όπως συμβαίνει στις οικογένειες, στις φιλίες, στις ομάδες ή ακόμα και ανάμεσα σε χώρες. Εκεί, οι πράξεις σου χτίζουν φήμη. Η εμπιστοσύνη αποκτά βάρος και η συμπεριφορά σου επιστρέφει σε σένα.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, μια από τις πιο αποτελεσματικές στάσεις ζωής είναι να ξεκινάς με καλή πρόθεση. Συνεργάζεσαι πρώτα και παρατηρείς. Αν ο άλλος ανταποκριθεί, συνεχίζεις στο ίδιο μοτίβο. Αν σε προδώσει, προστατεύεσαι. Και αν δείξει ξανά διάθεση συνεργασίας, είσαι ανοιχτή στο να συγχωρήσεις. Δεν γίνεσαι ούτε αφελής ούτε σκληρή. Μαθαίνεις.
Αυτή η προσέγγιση λειτουργεί γιατί στέλνει ξεκάθαρα μηνύματα. Η συνεργασία ανταμείβεται και η προδοσία έχει συνέπειες, αλλά δεν κλείνεις για πάντα την πόρτα. Στην πράξη, αυτός ο τρόπος σκέψης βοηθά ομάδες και σχέσεις να χτίσουν σταθερότητα και αίσθηση δικαιοσύνης.
Φυσικά, η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν είναι ποτέ τόσο απλή όσο ένα θεωρητικό σχήμα. Οι αποφάσεις μας δεν είναι πάντα άσπρο ή μαύρο. Παίζουν ρόλο τα συναισθήματα, το παρελθόν, η φήμη, η διάρκεια της σχέσης. Όμως τέτοιες ψυχολογικές προσεγγίσεις μας βοηθούν να καταλάβουμε καλύτερα γιατί αντιδρούμε όπως αντιδρούμε και πώς μπορούμε να επιλέξουμε πιο συνειδητά.
Τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν θα προδώσεις ή θα συνεργαστείς. Είναι αν θα αφήσεις τον φόβο να αποφασίζει για σένα ή αν θα επενδύσεις στην εμπιστοσύνη, με ανοιχτά μάτια και καθαρά όρια. Και αυτό, ειδικά στις σχέσεις μεταξύ μας, κάνει όλη τη διαφορά.