Μερικές μέρες αφού τελείωσα αυτό το βιβλίο, έπιασα τον εαυτό μου να αλλάζει πεζοδρόμιο μπροστά από ένα κλειστό σπίτι στη γειτονιά μου. Ένα συνηθισμένο σπίτι, με σκουριασμένη πόρτα και παντζούρια που δεν άνοιξαν ποτέ όσο θυμάμαι. Είχα περάσει από μπροστά του χίλιες φορές. Εκείνο το πρωί δεν μπόρεσα. Το βιβλίο «Η δική μας πλευρά της νύχτας» θα σε «στοιχειώσει».

Το έγραψε η Μαριάνα Ενρίκες από την Αργεντινή, δημοσιογράφος και συγγραφέας διηγημάτων και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη. Πήρε το ισπανικό βραβείο Herralde το 2019 και από τότε δεν έχει σταματήσει να μεταφράζεται. Είναι μυθιστόρημα τρόμου, ναι, αλλά από αυτά που δεν σου προσφέρουν πουθενά να ξαποστάσεις.

Η ιστορία ξεκινάει μ’ έναν πατέρα που βάζει τον εξάχρονο γιο του στο αυτοκίνητο, μέσα στον ανυπόφορο Ιανουάριο του 1981 και τραβάει από το Μπουένος Άιρες για τα βόρεια σύνορα. Κουβαλάει φάρμακα, φιάλη οξυγόνου, ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι και μια σακούλα με στάχτη. Δεν το σκάει από κάποιο έγκλημα. Προσπαθεί να σώσει το παιδί του από την ίδια του την οικογένεια. Ο Χουάν είναι μέντιουμ, το άρρωστο σώμα του με την τεράστια ουλή στο στέρνο είναι η πόρτα από την οποία περνάει κάτι που το λένε Σκοτάδι, κι εκείνο, όταν περνάει, ακρωτηριάζει και καταπίνει. Πίσω του στέκεται ένα Τάγμα, οικογένειες Άγγλων και Αργεντινών γαιοκτημόνων που δύο αιώνες τώρα λατρεύουν αυτόν τον θεό επειδή τους υπόσχεται το μόνο που δεν αγοράζεται, τη ζωή μετά τη ζωή. Τον βρήκαν όταν ήταν πέντε ετών, φτωχό και ετοιμοθάνατο και τον αγόρασαν από τους γονείς του. Τώρα θέλουν τον γιο του.

Και εδώ έρχεται αυτό που με κράτησε ξύπνια, γιατί δεν είναι το τέρας. Το κακό στην ιστορία αυτή έχει γραφείο. Έχει δικηγόρους που φροντίζουν τη διαδοχή, λογιστές που στέλνουν το μηνιαίο χαρτζιλίκι του παιδιού πάντα στην ώρα του και πάντα σε δολάρια, γιατρούς με πάγια αμοιβή, σωματοφύλακες που αλλάζουν βάρδια, οικονόμους που κρατούν τον κήπο περιποιημένο. Η φρίκη δεν στήνεται σε κάποια σπηλιά. Στήνεται σε αίθουσα συσκέψεων με μεγάλο τραπέζι από δρυ. Και οι δύο πιο τρομακτικοί χαρακτήρες του βιβλίου δεν έχουν καμία υπερφυσική ικανότητα. Είναι δύο ηλικιωμένες κυρίες με ακριβά κοσμήματα και άψογους τρόπους, που απλώς είναι ιδιοκτήτριες.

Αυτό μετατρέπει το μυθιστόρημα σε κάτι πολύ πιο ανήσυχο από ιστορία με δαίμονες. Οι τελετές του Τάγματος γίνονται τα ίδια χρόνια με τη στρατιωτική δικτατορία στην Αργεντινή και τα σώματα που καταπίνει ο θεός είναι τα σώματα των εξαφανισμένων, που τα παραδίδουν στρατιωτικοί φίλοι της οικογένειας. Το αρχοντικό μέσα στη ζούγκλα της Μισιόνες στέκεται πάνω σε φυτείες μάτε όπου οι εργάτες δουλεύουν με το μαστίγιο και τα παιδιά τους δουλεύουν μαζί τους. Η περιουσία χτίστηκε με σφαγές ιθαγενών. Η συγγραφέας δεν εφευρίσκει λοιπόν το κακό. Παίρνει τον πραγματικό πλούτο της χώρας της, αυτόν που τρέφεται από ανθρώπινα σώματα και του χτίζει έναν ναό για να δούμε καθαρά τι έτρωγε από την αρχή.

Η άλλη μισή καρδιά του βιβλίου ανήκει στον Γάσπαρ, τον γιο, και είναι το κομμάτι που πονάει περισσότερο. Μεγαλώνει στο Μπουένος Άιρες της δεκαετίας του ογδόντα με τρεις φίλους, τη Βίκυ, τον Πάμπλο και την Αδέλα, ένα κορίτσι που του λείπει το ένα χέρι και έχει την πιο πλούσια φαντασία της παρέας. Στην άκρη του δρόμου υπάρχει το εγκαταλειμμένο σπίτι με τα χτισμένα παράθυρα. Ένα βράδυ μπαίνουν μέσα. Η Ενρίκες γράφει την παιδική φιλία με τέτοια ακρίβεια, τα ποδήλατα, τις κασέτες, τα δανεικά ρούχα, τη μικρή καθημερινή σκληρότητα των παιδιών, που όταν έρχεται η φρίκη δεν θέλεις να συνεχίσεις και ταυτόχρονα δεν μπορείς να σταματήσεις. Όποιος αγάπησε το «It» του Στίβεν Κινγκ θα καταλάβει αμέσως τη συσχέτιση και η Ενρίκες δεν κρύβει καθόλου πόσο τον αγαπάει.

Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι μέρη και κάθε ένα αλλάζει φωνή, τόπο και δεκαετία. Υπάρχει το ημερολόγιο μιας γυναίκας στο Λονδίνο του 1967, με το LSD, τα μαγαζιά της Carnaby Street και μαγικούς κύκλους από κιμωλία στο πάτωμα. Υπάρχει ο μονόλογος ενός γιατρού που πεθαίνει και ξέρει ακριβώς γιατί. Υπάρχει ακόμη κι ένα ολόκληρο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ για έναν ομαδικό τάφο, γραμμένο σαν αληθινό άρθρο εφημερίδας, που στέκεται μόνο του σαν μικρό αριστούργημα. Θέλει υπομονή, να το γνωρίζεις. Είναι μεγάλο βιβλίο, δεν διαβάζεται σε δόσεις των δέκα λεπτών στο λεωφορείο, μπερδεύεσαι με τα ονόματα και η μυθολογία χτίζεται αργά και επίτηδες θολά. Αν αντέξεις τις πρώτες εκατό σελίδες, μετά δεν πρόκειται να το αφήσεις.

Στο βάθος όλων αυτών η συγγραφέας κάνει μια ερώτηση που δεν έχει καμία σχέση με μαγεία. Τι παραδίδουμε στα παιδιά μας χωρίς να το θέλουμε; Η αγάπη εδώ δεν είναι καθαρή, είναι κτητική, απελπισμένη και συχνά βίαιη. Ο Χουάν χτυπάει τον γιο του, τον τρομάζει, τον σημαδεύει κυριολεκτικά στο σώμα, και όλα αυτά τα κάνει για να τον σώσει, με μια αφοσίωση που σε αναγκάζει να τη λες αγάπη. Το πιο κρίσιμο ερώτημα του βιβλίου είναι αν το να προστατεύεις κάποιον μπορεί κάποιες στιγμές να μοιάζει απόλυτα με το να τον καταστρέφεις. Η συγγραφέας αρνείται να μας δώσει την απάντηση που θα μας ανακούφιζε.

Το βιβλίο περιέχει κακοποίηση παιδιών, ακρωτηριασμούς και βασανιστήρια και η συγγραφέας δεν τα εξωραΐζει ούτε μας γλιτώνει από αυτά, οπότε αν αυτή την εποχή ζητάς κάτι πιο ήρεμο κι αισιόδοξο, ίσως να προτιμήσεις κάποιο άλλο διήγημα από τη στήλη μας Book Lovers. Αν όμως σου αρέσει η λογοτεχνία που δεν ζητάει συγγνώμη, αν σε τραβάει το γοτθικό της Λατινικής Αμερικής, αν πιστεύεις ότι τα καλύτερα βιβλία τρόμου είναι πάντα και βιβλία πολιτικά, τότε κρατάς στα χέρια σας ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων.

Δεν είναι βιβλίο που το συστήνεις εύκολα. Είναι βιβλίο που το δανείζεις σε έναν άνθρωπο και μετά περιμένεις να σου τηλεφωνήσει. Μ’ αυτή την αφορμή να αναφέρουμε ότι η αγαπημένη μας Λέσχη Ανάγνωσης στο Little Tree Books and Coffee ξαναρχίζει για τη φετινή σεζόν και σας περιμένουμε την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου στις 18:30 για να το συζητήσουμε όλοι μαζί!