Βιβλιοκριτική «Στον καθένα αυτό που του αξίζει
Στη Σικελία του Leonardo Sciascia, το πιο ύποπτο δεν είναι απαραίτητα ένα διπλό φονικό. Είναι η ευκολία με την οποία όλοι μοιάζουν να γνωρίζουν τι συνέβη. Και κυρίως, η προθυμία τους να μη σκαλίσουν περισσότερο την υπόθεση.
Το βιβλίο «Στον καθένα αυτό που του αξίζει», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα, ξεκινά με μια δολοφονία και καταλήγει να μιλά για κάτι πολύ πιο ενοχλητικό. Για μια κοινωνία στην οποία η αλήθεια δεν έχει πάντα την ίδια αξία για όλους. Κάποιοι έχουν την πολυτέλεια να την αγνοούν, κάποιοι συμφέρον να την κρύβουν και κάποιοι κάνουν το λάθος να την αναζητήσουν.
Δύο δολοφονίες και μια βολική εξήγηση
Μια καλοκαιρινή μέρα, δύο ευυπόληπτοι άντρες, ένας φαρμακοποιός και ένας γιατρός, βγαίνουν για κυνήγι στη σικελική ύπαιθρο. Κανείς τους δεν επιστρέφει ζωντανός. Ο φαρμακοποιός είχε λάβει λίγο καιρό νωρίτερα ένα ανώνυμο απειλητικό γράμμα. Οι Αρχές συνδέουν τα γεγονότα, στρέφονται προς το ενδεχόμενο ενός εγκλήματος ερωτικής αντιζηλίας και φαίνονται έτοιμες να αρκεστούν σε αυτή την εξήγηση.
Ένας καθηγητής, όμως, παρατηρεί ορισμένες λεπτομέρειες που δεν ταιριάζουν με αυτή την εκδοχή. Μια λέξη στην πίσω πλευρά του απειλητικού γράμματος γίνεται η αφορμή για να ακολουθήσει ένα διαφορετικό νήμα. Αρχίζει να ερευνά μόνος του, περισσότερο από περιέργεια και ανάγκη να καταλάβει παρά από οποιαδήποτε διάθεση να παίξει τον ντετέκτιβ.
Όσο προχωρά, τόσο περισσότερο μπλέκεται σε ένα περιβάλλον όπου οι προσωπικές σχέσεις, η πολιτική επιρροή και τα οικονομικά συμφέροντα συνδέονται με τρόπους που δεν είναι πάντα ορατοί.
Σε μια μικρή πόλη όλοι ξέρουν, αλλά κανείς δεν μιλά
Αυτό που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στην ιστορία είναι το πώς παρουσιάζεται η ζωή σε μια μικρή κοινωνία. Οι άνθρωποι συναντιούνται, σχολιάζουν, ανταλλάσσουν πληροφορίες, γνωρίζουν τις οικογενειακές ιστορίες των άλλων και έχουν άποψη σχεδόν για τα πάντα. Κι όμως, όταν η συζήτηση πλησιάζει σε κάτι πραγματικά σημαντικό, οι λέξεις ξαφνικά λιγοστεύουν.
Ο Leonardo Sciascia αποτυπώνει αυτή την αντίφαση με εξαιρετική ακρίβεια. Δεν περιγράφει απλώς μια κοινωνία που φοβάται τη μαφία. Δείχνει πώς η εξουσία μπορεί να λειτουργεί μέσα από καθημερινές σχέσεις, εξυπηρετήσεις, γνωριμίες και άγραφους κανόνες. Η περίφημη ομερτά δεν παρουσιάζεται μόνο ως μια απειλή που επιβάλλεται από ισχυρούς ανθρώπους. Γίνεται σταδιακά ένας τρόπος ζωής, μια σιωπηρή συμφωνία ότι ορισμένα ζητήματα είναι προτιμότερο να μένουν ανέγγιχτα.
Aυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο του βιβλίου. Το πόσο φυσιολογική μπορεί να μοιάζει μια βαθιά προβληματική κατάσταση όταν όλοι έχουν μάθει να ζουν μέσα σ’ αυτή.
Ένας πρωταγωνιστής που καταλαβαίνει πολλά, αλλά όχι τους ανθρώπους
Ο καθηγητής Πάολο Λαουράνα, που αποφασίζει να ερευνήσει το έγκλημα, δεν θυμίζει τον συνηθισμένο ιδιοφυή ντετέκτιβ που βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από όλους. Είναι μορφωμένος, παρατηρητικός και αρκετά επίμονος. Ταυτόχρονα, όμως, έχει αδυναμίες και περιορισμένη αντίληψη των κινδύνων που δημιουργεί η έρευνά του.
Αυτό που με προβλημάτισε περισσότερο δεν ήταν μόνο το αν θα καταφέρει να ανακαλύψει την αλήθεια, αλλά το κατά πόσο καταλαβαίνει πραγματικά τους ανθρώπους γύρω του. Μπορεί να προσέχει λεπτομέρειες που άλλοι προσπερνούν, αλλά δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις προθέσεις που κρύβονται πίσω από λόγια και συμπεριφορές.
Υπάρχει μάλιστα μια σκέψη στο βιβλίο που μου έμεινε. Ο άνθρωπος νομίζει, ακόμη και στα ερωτικά ζητήματα, πως τρέχει «στη λεωφόρο της ελευθερίας», ενώ στην πραγματικότητα «έχει βρει πάτο».
Μου άρεσε ιδιαίτερα αυτή η εικόνα, γιατί δεν αφορά μόνο τον έρωτα. Πόσο συχνά είμαστε πεπεισμένοι ότι καταλαβαίνουμε μια κατάσταση, ότι έχουμε τον έλεγχο ή ότι οι επιλογές μας είναι πραγματικά ελεύθερες, ενώ τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά; Κάπως έτσι βλέπω και τον Πάολο Λαουράνα. Έναν άνθρωπο που εμπιστεύεται τη λογική του, χωρίς να αντιλαμβάνεται πάντα πόσο μπορεί να τον παραπλανήσουν οι ίδιες του οι βεβαιότητες.
Ο συγγραφέας δεν τον εξιδανικεύει, ούτε τον παρουσιάζει ως έναν γενναίο σωτήρα. Αυτή η αντίφαση ανάμεσα στην οξυδέρκεια και την αφέλειά του δίνει στον χαρακτήρα μια ιδιαίτερη, σχεδόν πικρή ειρωνεία.
Τι κάνει αυτό το βιβλίο διαφορετικό
Αν έχεις συνηθίσει αστυνομικά μυθιστορήματα με έντονη δράση, γρήγορες εναλλαγές και συνεχείς ανατροπές, εδώ θα συναντήσεις κάτι διαφορετικό. Ο συγγραφέας δεν βιάζεται να εντυπωσιάσει. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στους διαλόγους, στις μικρές αντιφάσεις και στα συμπεράσματα που προκύπτουν σχεδόν ανεπαίσθητα.
Η γραφή του είναι λιτή, με λεπτή ειρωνεία και χωρίς περιττές δραματικές κορυφώσεις. Χρειάζεται όμως προσοχή. Δεν είναι ένα βιβλίο που θα το διαβάσεις αφηρημένα, περιμένοντας να σου εξηγήσει τα πάντα. Πρέπει να παρακολουθήσεις τις σχέσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες και να προσέξεις όσα κρύβονται πίσω από τις συζητήσεις τους.
Από την άλλη, αυτή ακριβώς η οικονομία στη γραφή είναι ένα από τα δυνατά του σημεία. Μέσα σε μια σχετικά σύντομη ιστορία καταφέρνει να σχολιάσει τη διαφθορά, την κοινωνική υποκρισία, τη δικαιοσύνη και την αδυναμία του ατόμου απέναντι σ‘ ένα καλά οργανωμένο σύστημα εξουσίας.
Μια ιστορία από το 1966 που δεν μοιάζει τόσο μακρινή
Το μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1966, όμως αρκετές από τις συμπεριφορές που περιγράφει παραμένουν αναγνωρίσιμες. Η προσπάθεια να προστατευτεί η εικόνα μιας κοινωνίας, η επιλεκτική αντιμετώπιση των γεγονότων και η δυσκολία να αμφισβητηθούν άνθρωποι με ισχυρές διασυνδέσεις δεν ανήκουν αποκλειστικά στη Σικελία του περασμένου αιώνα.
Μια ακόμη φράση του βιβλίου μου φάνηκε ιδιαίτερα χαρακτηριστική: «Γιατί καμιά φορά, ανάμεσα στο να χάσει κανείς τη γαλήνη του σπιτιού του και στο να κερδίσει την αιώνια γαλήνη, διαλέγει την αιώνια και το ζήτημα κλείνει εκεί».
Έχει κάτι ανατριχιαστικό αυτή η διατύπωση, κυρίως επειδή παρουσιάζει μια τόσο ακραία κατάληξη σχεδόν σαν μια συνηθισμένη διευθέτηση. Μέσα στην ειρωνεία της κρύβεται μια πολύ σκληρή πραγματικότητα. Όταν κάποιος απειλεί συμφέροντα και ισορροπίες, η ανθρώπινη ζωή μπορεί να αποκτήσει ελάχιστη σημασία.
Είναι δύσκολο να διαβάσεις κάτι τέτοιο σήμερα χωρίς να σκεφτείς πόσο επίκαιρο παραμένει το ζήτημα της εξουσίας και της σιωπής. Όχι απαραίτητα με τις ίδιες μορφές ή στις ίδιες συνθήκες, αλλά με την ίδια ανησυχητική λογική: ότι ορισμένοι άνθρωποι μπορούν να επηρεάζουν όχι μόνο το τι συμβαίνει, αλλά και το τι επιτρέπεται να αποκαλυφθεί.
Ο Leonardro Sciascia, πάντως, δεν προσφέρει μια εύκολη ηθική σύγκρουση ανάμεσα στους καλούς και στους κακούς. Οι χαρακτήρες του έχουν αντιφάσεις, προσωπικά κίνητρα και αδυναμίες. Τελικά σε αφήνει με μια αρκετά άβολη σκέψη. Η αποκάλυψη της αλήθειας δεν σημαίνει απαραίτητα και την επικράτηση της δικαιοσύνης.
Αξίζει να το διαβάσεις;
Θα το πρότεινα κυρίως αν σου αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στους χαρακτήρες και στην κοινωνία παρά στην ίδια την εξιχνίαση του εγκλήματος. Δεν είναι η ιδανική επιλογή αν αυτή την περίοδο θέλεις ένα ανάλαφρο ανάγνωσμα γεμάτο δράση. Είναι όμως ένα έξυπνο, καυστικό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον μυθιστόρημα, με μια ατμόσφαιρα που καταφέρνει να σε κρατά σε διαρκή εγρήγορση χωρίς να βασίζεται σε εντυπωσιακές ανατροπές. Κυρίως, είναι από εκείνες τις ιστορίες που προσφέρονται για συζήτηση. Γιατί πέρα από την αστυνομική πλοκή, υπάρχουν πολλά να πεις για τη συμπεριφορά των χαρακτήρων, τις αποφάσεις τους και για το πόσο εύκολα μπορεί κανείς να μπερδέψει αυτό που πιστεύει με αυτό που πραγματικά συμβαίνει.
Το συζητάμε στη Λέσχη Ανάγνωσης στις 5 Νοεμβρίου
Αν αποφασίσεις να το διαβάσεις, κράτησε και την ημερομηνία Πέμπτη 5η Νοεμβρίου στις 18:30, γιατί αυτό είναι το βιβλίο που θα συζητήσουμε στην επόμενη συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης στο Little Tree Books and Coffee.
Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς ερμήνευσε ο καθένας μας τις επιλογές των χαρακτήρων, τι σκέφτηκε για την εξέλιξη της ιστορίας και, φυσικά, αν συμφωνεί με όσα υπονοεί ο τίτλος. Γιατί το ερώτημα παραμένει. Παίρνει τελικά ο καθένας αυτό που του αξίζει ή απλώς αυτό που του επιτρέπουν οι άλλοι;