Βιβλιοκριτική «Το μαγικό φωτογραφείο του κυρίου Χιρασάκα»
Στο κινητό σου υπάρχουν πιθανότατα χιλιάδες φωτογραφίες. Πρόσωπα, ταξίδια, καφέδες, γενέθλια, καλοκαίρια, μια φίλη που γελάει χωρίς να κοιτάζει τον φακό, ένα τραπέζι που κάποτε θεωρούσες εντελώς συνηθισμένο. Αν όμως σου έλεγαν ότι από όλες τις ημέρες που έζησες μπορείς να επιστρέψεις μόνο σε μία, η επιλογή ξαφνικά δεν θα ήταν καθόλου απλή.
Αυτή είναι η ιδέα που κάνει το «Το μαγικό φωτογραφείο του κυρίου Χιρασάκα» να ξεχωρίζει πριν ακόμη αρχίσεις πραγματικά να το διαβάζεις. Η Sanaka Hiiragi παίρνει κάτι τόσο καθημερινό όσο μια φωτογραφία και το μετατρέπει σ’ έναν τρόπο να μιλήσει για όσα φοβόμαστε περισσότερο αλλά και για όσα αξίζει να θυμόμαστε περισσότερο.
Το φωτογραφείο του κυρίου Χιρασάκα δεν είναι ένα συνηθισμένο στούντιο. Οι άνθρωποι που φτάνουν εκεί έχουν ήδη πεθάνει. Πριν περάσουν οριστικά στην άλλη πλευρά, καλούνται να κοιτάξουν πίσω στη ζωή τους και να επιστρέψουν για λίγο σε μια πολύτιμη ανάμνηση.
Δεν πρόκειται όμως για μια ιστορία που παίζει εύκολα με τη νοσταλγία. Η πραγματική της δύναμη βρίσκεται στην επιλογή. Γιατί όταν πρέπει να ξεχωρίσεις μία ημέρα από μια ολόκληρη ζωή, αρχίζεις αναπόφευκτα να αναρωτιέσαι τι ήταν τελικά σημαντικό.
Μήπως δεν ήταν εκείνο που πίστευες τότε. Μήπως δεν ήταν η μεγάλη επιτυχία, το εντυπωσιακό ταξίδι ή μια στιγμή που όλοι γύρω σου θεωρούσαν σπουδαία. Μήπως ήταν ένα βλέμμα, ένα γέλιο, μια συνηθισμένη Κυριακή ή ένας άνθρωπος που καθόταν απέναντί σου χωρίς να γνωρίζεις ακόμη πόσο θα σου λείψει. Εκεί ακριβώς αρχίζει να λειτουργεί το βιβλίο πραγματικά.
Η συγγραφέας σε φέρνει κοντά σε τρεις ανθρώπους που δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερο διαφορετικοί μεταξύ τους. Μια ηλικιωμένη συνταξιούχος νηπιαγωγός, έναν καβγατζή αλλά συμπονετικό μέλος της Ιαπωνικής Μαφίας και ένα νεαρό κορίτσι που έχασε τη ζωή του έχοντας γνωρίσει τη βία μέσα στην ίδια του την οικογένεια.
Οι τρεις ιστορίες δεν βρίσκονται εκεί απλώς για να δημιουργήσουν διαφορετικά επεισόδια. Καθεμία φωτίζει μια άλλη πλευρά της μνήμης. Άλλοτε θυμόμαστε με τρυφερότητα. Άλλοτε με θυμό. Άλλοτε με ενοχή. Και υπάρχουν φορές που μια ανάμνηση την οποία είχαμε τοποθετήσει κάπου βαθιά μέσα μας αποδεικνύεται πολύ πιο σημαντική από ό,τι πιστεύαμε.
Και μαζί με αυτές τις τρεις ιστορίες υπάρχει παράλληλα και η ιστορία του ίδιου του φωτογράφου, ενός ανθρώπου που έχει βρεθεί στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, χωρίς να έχει στοιχεία και φωτογραφίες για τη δική του ζωή. Προς το τέλος του βιβλίου θα σου γίνει αντιληπτό γιατί αυτός ο άνθρωπος έμεινε χωρίς αναμνήσεις, γιατί στερήθηκε τις δικές του φωτογραφίες και έμεινε να δημιουργεί τις τελευταίες φωτογραφίες άλλων ανθρώπων. Συγκινητικό και καθηλωτικό. Κι επίσης μια μικρή υπενθύμιση ότι όλες μας οι πράξεις έχουν και συνέπειες, ακόμα και όσες γίνονται για καλό σκοπό.
Το έξυπνο στοιχείο της ιστορίας είναι ότι δεν ενδιαφέρεται τόσο για το τι υπάρχει μετά τον θάνατο. Δεν προσπαθεί να σου δώσει απαντήσεις σε μεταφυσικά ερωτήματα, ούτε να χτίσει έναν περίπλοκο φανταστικό κόσμο.
Το φωτογραφείο είναι κυρίως ένας χώρος αναμονής. Ένα μέρος όπου, για λίγο, δεν υπάρχει πια βιασύνη. Και αυτό επιτρέπει στους ήρωες να κάνουν κάτι που εμείς δυσκολευόμαστε πολύ να κάνουμε όσο τρέχουμε από υποχρέωση σε υποχρέωση. Να κοιτάξουν τη ζωή τους ολόκληρη, σαν σύνολο.
Ίσως γι’ αυτό το βιβλίο μπορεί να σε συγκινήσει ακόμη κι αν συνήθως αποφεύγεις ιστορίες που έχουν ως θέμα τον θάνατο. Στην πραγματικότητα διαβάζεις πολύ περισσότερο για τη ζωή. Για εκείνους που αγάπησες. Για όσα άφησες να περάσουν χωρίς να τους δώσεις μεγάλη σημασία. Για τις πληγές που κουβαλά ένας άνθρωπος μέχρι το τέλος. Και για το παράξενο γεγονός ότι μερικές φορές μόνο όταν κοιτάξεις κάτι από απόσταση αντιλαμβάνεσαι την πραγματική του αξία.
Η φωτογραφία ταιριάζει ιδανικά σε αυτή την ιστορία γιατί κάνει ακριβώς αυτό. Κρατά ένα κλάσμα του χρόνου, ενώ όλα τα υπόλοιπα συνεχίζουν να κινούνται. Μια φωτογραφία δεν μπορεί να σου επιστρέψει έναν άνθρωπο, ούτε να διορθώσει όσα έγιναν. Μπορεί όμως να σου θυμίσει πώς ήταν το φως εκείνη την ημέρα, ποιος στεκόταν δίπλα σου και ποια εκδοχή του εαυτού σου υπήρχε τότε.
Και «Το μαγικό φωτογραφείο του κυρίου Χιρασάκα» χρησιμοποιεί αυτή την ιδέα μ’ έναν πολύ όμορφο τρόπο, χωρίς να χρειάζεται να τη φορτώσει με υπερβολικό συναίσθημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ένα εύκολο βιβλίο από συναισθηματική άποψη.
Η ιστορία της νεαρής ηρωίδας, ιδιαίτερα, αγγίζει την παιδική κακοποίηση και είναι το σημείο όπου η τρυφερότητα της αφήγησης συναντά μια πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα. Η συγγραφέας όμως δεν επιλέγει τη φρίκη ως θέαμα. Το ενδιαφέρον της παραμένει στραμμένο στον άνθρωπο και σε όσα εξακολουθούν να έχουν αξία ακόμη και μέσα σε μια ζωή που υπήρξε άδικη.
Αυτό είναι ίσως και το πιο όμορφο χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος. Δεν προσπαθεί να υποστηρίξει ότι όλα συμβαίνουν για κάποιον λόγο. Δεν προσποιείται ότι κάθε πληγή κλείνει. Δεν κάνει την απώλεια όμορφη. Αντίθετα, την κοιτάζει με μια ήρεμη αποδοχή και αναζητά μέσα της ό,τι παρέμεινε αληθινό και ανθρώπινο.
Η Sanaka Hiiragi γράφει με απλότητα. Δεν πλατειάζει, ούτε εξαντλεί τις ιστορίες των χαρακτήρων. Σου δίνει όσα χρειάζεσαι για να μπεις στον κόσμο τους και αφήνει αρκετό χώρο ώστε να κάνεις και τις δικές σου σκέψεις. Και θα τις κάνεις. Θα σκεφτείς ανθρώπους. Θα θυμηθείς στιγμές. Μπορεί ακόμη και να ανοίξεις τις φωτογραφίες στο κινητό σου και να σταματήσεις σε κάποια που είχες χρόνια να κοιτάξεις. Αυτό για μένα είναι το σημάδι ότι η κεντρική ιδέα του βιβλίου λειτουργεί. Δεν μένει μέσα στην ιστορία. Ακολουθεί και σένα.
Υπάρχει επίσης κάτι πολύ ελκυστικό στην αντίθεση ανάμεσα στο θέμα και στην αίσθηση που σου αφήνει. Θα περίμενες ένα μυθιστόρημα με νεκρούς ανθρώπους που ανατρέχουν στη ζωή τους να είναι βαρύ. Αντί γι’ αυτό, το «Το μαγικό φωτογραφείο του κυρίου Χιρασάκα» καταφέρνει να είναι γλυκόπικρο, ήρεμο και σε αρκετές στιγμές ακόμη και φωτεινό.
Δεν αρνείται τη θλίψη. Απλώς δεν της επιτρέπει να είναι το μόνο συναίσθημα. Υπάρχει χιούμορ. Υπάρχει αγάπη. Υπάρχει τρυφερότητα. Υπάρχει η ανακούφιση που έρχεται όταν ένας άνθρωπος καταφέρνει τελικά να συμφιλιωθεί με κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει. Και υπάρχει εκείνη η σιωπηλή υπενθύμιση που ίσως χρειαζόμαστε όλοι κάποιες φορές. Δεν χρειάζεται κάθε ημέρα να είναι συναρπαστική για να αξίζει. Μια κανονική ημέρα μπορεί κάποτε να γίνει εκείνη που θα έδινες τα πάντα για να ξαναζήσεις.
Αν σου αρέσουν τα βιβλία που συνδυάζουν τη λογοτεχνία μ’ έναν ήπιο στοχασμό πάνω στη ζωή, τη μνήμη και την απώλεια, είναι πολύ πιθανό να αγαπήσεις αυτή την ιστορία. Και αν βρίσκεσαι σε περίοδο που θέλεις να γεμίσεις τη βιβλιοθήκη σου με αναγνώσματα που δεν τελειώνουν πραγματικά μαζί με την τελευταία σελίδα, αξίζει να δεις και τα βιβλία που ξεχωρίσαμε και αξίζει να κρατήσεις από αυτό το καλοκαίρι.
Η διεθνής πορεία του βιβλίου έχει επίσης ενδιαφέρον. Είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της Ιαπωνίδας συγγραφέα και έχει μεταφραστεί σε 25 χώρες, ενώ αποτελεί το πρώτο έργο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά.
Θα σου πρότεινα να μην το διαβάσεις βιαστικά, παρόλο που μπορείς εύκολα να το τελειώσεις μέσα σ’ ένα Σαββατοκύριακο. Άφησε λίγο χρόνο ανάμεσα στις ιστορίες του. Γιατί το πιο ενδιαφέρον κομμάτι ίσως να μην είναι τι θα επιλέξουν οι ήρωες. Είναι η στιγμή που θα αρχίσεις να σκέφτεσαι τι θα επέλεγες εσύ. Και ίσως, όταν τελειώσεις, να φωτογραφίζεις λίγο λιγότερο μηχανικά και να ζεις λίγο περισσότερο ό,τι βρίσκεται μπροστά από τον φακό.
Ένα από τα πιο όμορφα δώρα που έχω λάβει το τελευταίο διάστημα κι ίσως μια ωραία ιδέα και για σένα ή τους αγαπημένους σου. Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ίκαρος και μπορείς να το προμηθευτείς άμεσα από το site των εκδόσεων ή από οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο.