Βιβλιοκριτική «Το κάλεσμα της οπτασίας»
Ξέρεις εκείνες τις στιγμές που διαβάζεις κάτι και νιώθεις τα μαλλιά στον αυχένα σου να σηκώνονται, αλλά δεν μπορείς με τίποτα να αφήσεις το βιβλίο κάτω; Ακριβώς αυτό μου συνέβη με «Το κάλεσμα της οπτασίας» του Oliver Onions, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο και σήμερα θέλω να σου πω γιατί πρέπει οπωσδήποτε να το βάλεις στη λίστα σου.
Πρόκειται για μια νουβέλα που γράφτηκε το 1911 και θεωρείται ένα από τα κορυφαία δείγματα γοτθικής λογοτεχνίας και ιστοριών φαντασμάτων που έχουν γραφτεί ποτέ. Αν νομίζεις ότι μια ιστορία φαντασμάτων ηλικίας πάνω από εκατό χρόνων δεν μπορεί να σε αγγίξει, ετοιμάσου να αλλάξεις γνώμη. Ο Oliver Onions δεν γράφει με τρόπο που απλώς μπορεί να σε τρομάξει. Αντίθετα, χτίζει αργά και μεθοδικά μια ατμόσφαιρα που σε τυλίγει σαν ομίχλη, και όταν συνειδητοποιείς τι συμβαίνει, είναι ήδη αργά.
Η ιστορία ακολουθεί τον Πολ Όλερον, έναν σαρανταπεντάρη συγγραφέα που ανακαλύπτει ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο σπίτι στο Λονδίνο και αποφασίζει να νοικιάσει έναν όροφο για να ζήσει και να εργαστεί εκεί. Το σπίτι είναι από κόκκινα τούβλα, με ξύλινες επενδύσεις, ψηλά ταβάνια ζωγραφισμένα με αστέρια και τζάκια σχεδιασμένα σαν κοσμήματα. Ο Πολ ερωτεύεται κυριολεκτικά τον χώρο. Φέρνει τα έπιπλα της γιαγιάς του, βάφει τους τοίχους σ’ ένα απαλό λευκό, αγοράζει νάρκισσους και κουρτίνες με λουλούδια. Όλα δείχνουν ειδυλλιακά.
Μόνο που δεν είναι.
Από τη στιγμή που μετακομίζει, η δουλειά του σταματά. Εργάζεται πάνω σ’ ένα μυθιστόρημα με ηρωίδα την Romilly Bishop, έναν χαρακτήρα εμπνευσμένο ασυνείδητα από τη φίλη του Έλσι Μπένγκαου. Ξαφνικά, ο Πολ αρχίζει να νιώθει ότι η Romilly δεν είναι αρκετά καλή, ότι πρέπει να την ξαναγράψει, ότι χρειάζεται μια τελείως διαφορετική ηρωίδα. Κάτι μέσα στο σπίτι τον σπρώχνει να απορρίψει τα δεκαπέντε κεφάλαια που έχει ήδη γράψει και να αρχίσει από την αρχή. Και εδώ αρχίζει η σιωπηλή φρίκη του βιβλίου.
Αυτό που κάνει αυτή τη νουβέλα τόσο ξεχωριστή είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας χειρίζεται το υπερφυσικό. Δεν υπάρχουν αλυσοδεμένα φαντάσματα, ούτε αιματοβαμμένοι τοίχοι. Η παρουσία στο σπίτι αποκαλύπτεται μέσα από τα πιο λεπτά σημάδια. Ένα απαλό θρόισμα σαν κάποιος να χτενίζει μακριά μαλλιά. Ο ήχος μιας βρύσης που στάζει και σχηματίζει μια μελωδία, ένα πανάρχαιο τραγούδι που λέγεται «The Beckoning Fair One». Ένα κρεβάτι που φαίνεται σαν κάποιος να έχει ξαπλώσει πάνω του. Μια χτένα που κινείται μόνη της στο σκοτάδι. Ο Onions σου δίνει ψίχουλα και αφήνει τη φαντασία σου να κάνει τα υπόλοιπα, και πίστεψέ με, η φαντασία σου θα κάνει πράγματα πολύ χειρότερα από οτιδήποτε θα μπορούσε να περιγράψει.
Ένα από τα πιο συναρπαστικά στοιχεία της ιστορίας είναι η σχέση του Πολ με την Έλσι. Η Έλσι είναι μια ανεξάρτητη δημοσιογράφος, ζωντανή, πρακτική, γεμάτη ενέργεια, ερωτευμένη μαζί του χωρίς εκείνος να το έχει ποτέ αντιληφθεί. Είναι η μόνη που βλέπει ότι κάτι δεν πάει καλά. «Δεν θα τελειώσεις ποτέ τη Romilly εδώ», του λέει από την πρώτη επίσκεψή της. Και το σπίτι φαίνεται να συμφωνεί μαζί της με τον πιο ανατριχιαστικό τρόπο. Κάθε φορά που η Έλσι επισκέπτεται τον Πολ, κάτι κακό της συμβαίνει. Ένα καρφί που ξεπροβάλλει μυστηριωδώς και χαράζει το χέρι της. Μια σκάλα που σπάει κάτω από τα πόδια της. Σαν κάποιος, ή κάτι, να μην τη θέλει εκεί.
Αυτό που σιγά σιγά καταλαβαίνεις διαβάζοντας είναι ότι η αληθινή ιστορία δεν αφορά ένα φάντασμα. Αφορά τον τρόπο που μια εμμονή μπορεί να καταπιεί σιγά σιγά ένα άνθρωπο. Ο Πολ απομονώνεται ολοένα και περισσότερο. Σταματά να βγαίνει από το σπίτι. Αναπτύσσει αγοραφοβία. Κατεβάζει τις κόκκινες περσίδες και ζει σε ένα ερυθρωπό ημίφως. Σταματά να τρώει, να γράφει, να απαντά στα γράμματά του. Ξεκόβει από τον κόσμο. Και σε κάθε βήμα αυτής της πτώσης, νιώθει ότι πλησιάζει όλο και περισσότερο σε κάτι υπέροχο, σε μια μυστηριώδη, πανέμορφη παρουσία που τον καλεί. Η «Ωραία Οπτασία» του γνέφει, και εκείνος ακολουθεί.
Ο Onions γράφει με μια γλώσσα πλούσια και ατμοσφαιρική, που ταιριάζει απόλυτα στο εδουαρδιανό περιβάλλον της ιστορίας. Η περιγραφή του σπιτιού είναι τόσο ζωντανή που σχεδόν μπορείς να μυρίσεις τα λουλούδια που σαπίζουν και να νιώσεις τον ήχο των σκαλοπατιών να τρίζουν κάτω από τα πόδια σου. Η αίσθηση του κλειστοφοβικού εγκλεισμού χτίζεται σταδιακά, σελίδα σελίδα, μέχρι που νιώθεις κι εσύ σαν παγιδευμένη μέσα σε εκείνο το σπίτι μαζί με τον Πολ.
Κι αυτό που πραγματικά μου έκανε εντύπωση είναι το τέλος. Χωρίς να σου αποκαλύψω πολλά, θα σου πω μόνο ότι η ιστορία κλείνει μ’ έναν τρόπο που θα σε αφήσει άναυδη. Η τελευταία σκηνή, με τους αστυνομικούς να μπαίνουν στο σπίτι, τα μαραμένα λουλούδια παντού, τον Πολ αδύναμο και σκελετωμένο στο κρεβάτι του και εκείνο το ντουλάπι στην κουζίνα, αυτό το ντουλάπι με το παραθυράκι που κάποτε ήταν ντουλάπι πούδρας, αυτή η εικόνα θα μείνει μαζί σου για πολύ καιρό.
Αν αγαπάς τα ψυχολογικά θρίλερ, αν εκτιμάς τη λογοτεχνία που δεν σε υποτιμά αλλά σε εμπιστεύεται να καταλάβεις μόνη σου τι συμβαίνει, αν θέλεις ένα βιβλίο που θα το σκέφτεσαι μέρες μετά, τότε «Το κάλεσμα της οπτασίας» είναι για σένα. Είναι ένα κομψοτέχνημα γοτθικής τρόμου που αποδεικνύει ότι τα πιο τρομακτικά πράγματα δεν είναι αυτά που βλέπεις, αλλά αυτά που νιώθεις ότι βρίσκονται ακριβώς πίσω σου, ακριβώς πέρα από το οπτικό σου πεδίο, ακριβώς στο σημείο που δεν τολμάς να κοιτάξεις.
Θα το βρεις από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Διάβασέ το ένα βράδυ, μόνη σου, μ’ ένα φως αναμμένο. Και αν ακούσεις ένα απαλό θρόισμα πίσω σου, σαν κάποιος να σου χτενίζει τα μαλλιά… μην γυρίσεις.
Αν θες να μάθεις και να ακούσεις περισσότερα γι’ αυτό έλα μαζί μας στη Λέσχη Ανάγνωσης του Little Tree Books and Coffee Athens, την Πέμπτη 16 Απριλίου στις 18.30!