Βιβλιοκριτική «Ο άνεμος κόπασε»
Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2000. Όλος ο πλανήτης μετρά αντίστροφα για το Μιλένιουμ, τα πυροτεχνήματα σκίζουν τον ουρανό από το Σίδνεϊ μέχρι το Παρίσι, και σ’ ένα διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη ένας εξηντατετράχρονος σκηνοθέτης βρίσκεται νεκρός με μια σφαίρα στο κεφάλι. Πάνω στο γραφείο του, ένα σημείωμα με τρεις μόνο λέξεις. Ο άνεμος κόπασε.
Έτσι ξεκινάει το δέκατο μυθιστόρημα του Γιάννη Γρηγοράκη που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος, και σίγουρα από αυτή την πρώτη σκηνή και μετά δύσκολα θα μπορέσεις να το αφήσεις από τα χέρια σου. Όχι γιατί είναι ένα τυπικό αστυνομικό μυθιστόρημα που θες να μάθεις ποιος το έκανε, αλλά γιατί ο συγγραφέας σου στήνει μια παγίδα γοητείας. Σε προσκαλεί μέσα σε ένα μυστήριο και χωρίς να το καταλάβεις σε ταξιδεύει σε εβδομήντα χρόνια ευρωπαϊκής ιστορίας, σε σκοτεινά δωμάτια της μνήμης, σε δρόμους του Παρισιού της δεκαετίας του εξήντα και σε ερείπια του πολέμου στο Λονδίνο.
Ο νεκρός λέγεται Οδυσσέας Μπλαντ. Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός. Η σύντροφός του, η Εκάβη Ηλιοπούλου, αναγνωρίζει στο σημείωμα το πνεύμα του αλλά όχι τον γραφικό του χαρακτήρα. Και εκεί αρχίζει η μεγάλη ερώτηση που θα σε στοιχειώσει σε όλο το βιβλίο. Αυτοκτονία ή έγκλημα; Η μία απάντηση σε γυρίζει στην ψυχή ενός ανθρώπου, η άλλη στην ιστορία. Και ίσως, όπως θα ανακαλύψεις διαβάζοντας, να μην είναι τόσο μακριά η μία από την άλλη όσο νομίζουμε.
Αυτό που κάνει εξαιρετικό αυτό το βιβλίο είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον θάνατο του Μπλαντ σαν κλειδί. Ανοίγεις την πρώτη πόρτα και μπαίνεις στην κατοχική Θεσσαλονίκη, στις μέρες του δωσιλογισμού, στην απάνθρωπη ώρα που οι Εβραίοι της πόλης εκτοπίζονται για το Άουσβιτς. Ανοίγεις τη δεύτερη και βρίσκεσαι στο μεταπολεμικό Λονδίνο, όπου ένας δεκαπεντάχρονος Μπλαντ περπατά ανάμεσα σε ερείπια κρατώντας μια κάμερα Bolex, καταγράφοντας έναν καινούργιο κόσμο που του φαίνεται ακόμα πιο επισφαλής από αυτόν που μόλις γκρεμίστηκε. Ανοίγεις την τρίτη και είσαι στο Παρίσι της δεκαετίας του εξήντα, στην καρδιά της Νουβέλ Βαγκ, εκεί όπου ο νεαρός Μπλαντ προσπαθεί να συστηθεί κινηματογραφικά, γνωρίζει τον Αλέν Ρενέ, ονειρεύεται ταινίες.
Και κάπου εδώ συνειδητοποιείς ότι δεν διαβάζεις απλώς ένα μυθιστόρημα. Διαβάζεις έναν φόρο τιμής στον κινηματογράφο, σε εκείνη τη γενιά των Γκοντάρ, Τριφό, Σαμπρόλ και Ερίκ Ρομέρ που ανανέωσαν το ευρωπαϊκό σινεμά. Διαβάζεις για την τέχνη ως αντίσταση, για τη δημιουργία ως τρόπο να αντέξεις τον κόσμο. Ακόμα και το τελευταίο σενάριο που γράφει ο Μπλαντ πριν πεθάνει, βασισμένο στις «Αόρατες πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο, σου δείχνει πόσο πιο πολύπλοκη και πλούσια είναι η ιστορία απ’ ό,τι φαινόταν στην αρχή.
Αν αναρωτιέσαι γιατί ένα βιβλίο που γράφτηκε χρόνια πριν μοιάζει σήμερα τόσο επίκαιρο, η απάντηση βρίσκεται στις σελίδες του. Μιλάει για ολοκληρωτικά καθεστώτα, για φασισμό, για αντισημιτισμό, για τον τρόπο που η ιστορία διαρκώς προσπαθεί να ξαναγραφτεί από εκείνους που θέλουν να αλλάξουν σύνορα και να αναβιώσουν αυτοκρατορίες. Μιλάει για την ταυτότητα και τις ρίζες, για την ελάχιστη πατρίδα που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να νιώσει λίγη ασφάλεια, για τη σύγχυση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα που σήμερα ζούμε σε κάθε ειδησεογραφικό κανάλι. Είναι ένα βιβλίο που σε προετοιμάζει, που σου δίνει εργαλεία να καταλάβεις την εποχή σου.
Θα σου αρέσει ιδιαίτερα ο τρόπος γραφής. Ο Γιάννης Γρηγοράκης έχει μια αφήγηση που σε συνεπαίρνει χωρίς να σε κουράζει. Κατά τόπους μπλαζέ, λίγο ειρωνική, πάντα αυθεντική. Η κινηματογραφική του ματιά είναι παντού, σε σκηνές που μοιάζουν με γκρο πλαν, σε εναλλαγές χρονικών επιπέδων που θυμίζουν μοντάζ ταινίας. Η πλοκή κάνει μια κυκλική πορεία, σε πάει από το παρόν στο παρελθόν και ξανά πίσω, και όταν φτάνεις στον επίλογο όλα τα κομμάτια μπαίνουν στη θέση τους με έναν τρόπο που θα σε αφήσει ικανοποιημένη και ταυτόχρονα σκεπτική.
Δεν είναι βιβλίο για να το διαβάσεις βιαστικά στο μετρό, αν και η αστυνομική του ραχοκοκαλιά σε τραβάει διαρκώς προς τα μπρος. Είναι βιβλίο για να το ζήσεις μια Κυριακή απόγευμα, μ’ έναν καφέ δίπλα σου, με τον χρόνο όλο δικό σου. Είναι από εκείνα τα βιβλία που θα σε κάνουν να αναρωτηθείς για το νόημα της τέχνης, για την ευθύνη της μνήμης, για το πόσα κουβαλάμε όλοι μας μέσα μας από εποχές που δεν ζήσαμε.
Όταν θα κλείσεις την τελευταία σελίδα, ίσως καταλάβεις γιατί ο τίτλος είναι ακριβώς αυτός. Γιατί κάποια στιγμή, μετά από πολλά, μετά από όλα, ο άνεμος όντως κοπάζει. Και τότε ακούς πιο καθαρά τις φωνές που είχαν χαθεί στη θύελλα.
Αναζήτησέ το. Δεν θα μετανιώσεις.