Θα σου πω κάτι περίεργο. Από τη στιγμή που τελείωσα αυτό το βιβλίο, δεν μπορώ να αλείψω βούτυρο στο ψωμί μου χωρίς να σκεφτώ τη Manako Kajii. Δεν μπορώ να μπω σε σούπερ μάρκετ χωρίς να ρίξω μια ματιά στο ράφι με τα γαλακτοκομικά. Και δεν μπορώ να φάω μόνη μου χωρίς να αναρωτηθώ αν αυτό που τρώω είναι πραγματικά αυτό που θέλω, ή απλώς αυτό που μου είπαν ότι πρέπει να θέλω. Το «Βούτυρο» της Asako Yuzuki, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη, είναι ένα μυθιστόρημα που αγγίζει τις αισθήσεις σου και δεν σε αφήνει να το ξεχάσεις.

Η υπόθεση ξεκινά με τη Rika Machida, μια τριαντατριάχρονη δημοσιογράφο σ’ ένα ανδροκρατούμενο εβδομαδιαίο περιοδικό στο Τόκιο. Η Rika δουλεύει ασταμάτητα, τρώει σαλάτες και γιαούρτια από το κονμπίνι, προσέχει να μην ξεπεράσει τα πενήντα κιλά και δεν θυμάται πότε ήταν η τελευταία φορά που μαγείρεψε. Η ζωή της είναι ένας αέναος κύκλος δουλειάς, σύντομου ύπνου και αυτοσυγκράτησης. Μέχρι που αρχίζει να ερευνά την υπόθεση της Manako Kajii, μιας γυναίκας που κατηγορείται ότι σκότωσε τρεις άντρες που γνώρισε μέσω ιστοσελίδων γνωριμιών. Η Kajii δεν είναι νέα, δεν είναι αδύνατη, δεν είναι «ωραία» με τα συμβατικά κριτήρια. Και όμως, αυτοί οι άντρες τής χάρισαν εκατομμύρια, τη λάτρεψαν, τη θεώρησαν πριγκίπισσα. Και μετά πέθαναν.

Αυτό που κάνει το «Βούτυρο» ξεχωριστό δεν είναι η αστυνομική πλοκή, αν και αυτή είναι εξαιρετικά καλοδουλεμένη. Είναι ο τρόπος που η Yuzuki χρησιμοποιεί το φαγητό σαν γλώσσα. Το φαγητό σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι απλώς φαγητό. Είναι εξουσία, είναι αγάπη, είναι χειραγώγηση, είναι ελευθερία. Όταν η Kajii περιγράφει στη Rika πώς πρέπει να φάει ρύζι με βούτυρο και σόγια, η σκηνή είναι τόσο αισθησιακή που νιώθεις το στόμα σου να γεμίζει. «Κρύο βούτυρο και ζεστό ρύζι», λέει η Kajii. «Πρώτα νιώσε τη διαφορά στη θερμοκρασία. Μετά, τα δύο θα λιώσουν μαζί και θα σχηματίσουν ένα χρυσό σιντριβάνι μέσα στο στόμα σου.» Και η Rika, που δεν είχε ιδέα τι γεύση έχει το αληθινό βούτυρο, δοκιμάζει. Και από εκείνη τη στιγμή, τίποτα δεν είναι το ίδιο.

Η σχέση μεταξύ των δύο γυναικών είναι η καρδιά του βιβλίου. Η Kajii, πίσω από τα κάγκελα, αρνείται να μιλήσει για την υπόθεσή της, αλλά δέχεται να μιλήσει για φαγητό. Λεπτομερώς, εμμονικά, μ’ ένα πάθος που σε υπνωτίζει. Η Rika, που αρχικά θέλει απλώς το ρεπορτάζ, σιγά σιγά μπαίνει στον κόσμο της Kajii. Αρχίζει να μαγειρεύει. Αγοράζει βούτυρο Échiré και Calpis. Πηγαίνει σε εστιατόρια μόνη. Ανακαλύπτει ότι η αίσθηση του να φτιάχνεις κάτι νόστιμο με τα χέρια σου, κάτι που εσύ διάλεξες και εσύ θέλεις, είναι μια μορφή αυτογνωσίας που κανείς δεν της είχε μάθει.

Αλλά η Yuzuki δεν γράφει ένα βιβλίο μαγειρικής ντυμένο μυθιστόρημα. Κάτω από τις αισθησιακές περιγραφές κρύβεται ένα οξύτατο κοινωνικό σχόλιο για τη θέση της γυναίκας στην Ιαπωνία, και αν το σκεφτείς καλά, παντού. Γιατί μια γυναίκα πρέπει να ζυγίζει κάτω από πενήντα κιλά; Γιατί μια εύσωμη γυναίκα που αποπλανεί άντρες θεωρείται σκάνδαλο, ενώ αν ήταν αδύνατη θα ήταν απλώς femme fatale; Γιατί η Rika, που εργάζεται σκληρότερα από κάθε άντρα συνάδελφό της, πρέπει να ανέχεται τις σεξιστικές συμπεριφορές τους ενώ χαμογελά; Γιατί η καλύτερη φίλη της, η Reiko, η πιο ταλαντούχη γυναίκα που ξέρει, παράτησε τη δουλειά της για να φτιάχνει το τέλειο δείπνο στον άντρα της και να περιμένει να μείνει έγκυος; Η Yuzuki δεν κρίνει καμία από αυτές τις επιλογές. Απλώς τις τοποθετεί δίπλα δίπλα και σε αφήνει να νιώσεις τη σύγκρουση μόνη σου.

Η Kajii είναι ίσως μια από τις πιο συναρπαστικές λογοτεχνικές χαρακτήρες που θα συναντήσεις. Δεν είναι ηρωίδα, δεν είναι κακιά, δεν χωράει σε κανένα κουτάκι. Είναι μια γυναίκα που αποφάσισε ότι αξίζει να ζήσει ακριβώς όπως θέλει, που δεν ζήτησε συγγνώμη για το σώμα της ούτε για τις ορέξεις της, και που χρησιμοποίησε το φαγητό σαν όπλο, σαν αγκαλιά, σαν δίχτυ. Η φράση της «δεν θέλω να σπαταλώ τον χρόνο μου με ανθρώπους που δεν αναγνωρίζουν το αυθεντικό» επαναλαμβάνεται σαν μάντρα σε όλο το βιβλίο. Και κάθε φορά που τη διαβάζεις, σημαίνει κάτι ελαφρώς διαφορετικό.

Αυτό που με κέρδισε ωστόσο δεν ήταν η Kajii. Ήταν η Rika. Γιατί η Rika είναι εμείς. Είναι η γυναίκα που τρέχει, που δεν τρώει σωστά, που δεν έχει χρόνο για τον εαυτό της, που έχει ξεχάσει τι σημαίνει να απολαμβάνεις κάτι χωρίς ενοχές. Η εξέλιξή της μέσα στο βιβλίο, από τη στιγμή που αγοράζει τη μικρή ηλεκτρική κουζίνα ρυζιού μέχρι τη στιγμή που φτιάχνει τη δική της πρωτότυπη συνταγή στο τέλος, είναι μια πορεία χειραφέτησης που δεν περνά μέσα από μεγάλες χειρονομίες, αλλά μέσα από μικρές, καθημερινές πράξεις αυτοφροντίδας. Μέσα από τη στιγμή που αποφασίζεις ότι αξίζεις να φας κάτι νόστιμο, ότι αξίζεις να κάτσεις και να το απολαύσεις, ότι η πείνα σου, κυριολεκτική και μεταφορική, δεν είναι κάτι που πρέπει να κρύβεις.

Η φιλία Rika και Reiko είναι ένα ακόμη σημείο που κάνει το βιβλίο τόσο πλούσιο. Δύο γυναίκες με εντελώς διαφορετικές πορείες που αγαπιούνται βαθιά αλλά δεν μπορούν πάντα να καταλάβουν η μία τις επιλογές της άλλης. Η Reiko, με την εκλεπτυσμένη μαγειρική της και τη γαλήνια ζωή της ως νοικοκυρά, αντιπροσωπεύει ένα είδος τρυφερότητας που θρέφει. Η Kajii αντιπροσωπεύει μια ηδονή που καταβροχθίζει. Και η Rika στέκεται ανάμεσά τους, ψάχνοντας τον δικό της τρόπο.

Πρέπει επίσης να πω ότι η Yuzuki γράφει σκηνές φαγητού που δεν μοιάζουν με τίποτα που έχω διαβάσει. Η επίσκεψη της Rika στο εστιατόριο Joël Robuchon, εντελώς μόνη, είναι ένα κεφάλαιο που θέλεις να διαβάσεις αργά, να απολαύσεις κάθε πιάτο μαζί της. Το ζελέ λεμονιού που ξυπνά τις αισθήσεις. Το foie gras με αποξηραμένο λωτό σοτέ σε βούτυρο. Η σοκολάτα, η σαμπάνια, τα κρύσταλλα Swarovski στους τοίχους. Νιώθεις ότι κάθεσαι εκεί δίπλα της, ότι μοιράζεσαι μαζί της αυτή τη βραδιά πολυτέλειας που δεν ξέρει αν θα ξαναζήσει.

Το μυθιστόρημα είναι εμπνευσμένο από μια αληθινή υπόθεση στην Ιαπωνία, αυτή της Kanae Kijima, που καταδικάστηκε σε θάνατο για τη δολοφονία τριών αντρών. Η συγγραφέας όμως δεν γράφει για αληθινά εγκλήματα. Γράφει μια ιστορία για τη γυναικεία πείνα με κάθε δυνατή έννοια της λέξης. Πείνα για φαγητό, για αναγνώριση, για ελευθερία, για αγάπη, για αυθεντικότητα. Και η ερώτηση που αφήνει να αιωρείται σε κάθε σελίδα είναι αν η κοινωνία που βάζει τις γυναίκες σε δίαιτα, σε ρόλους, σε κουτάκια, δεν φέρει κι αυτή ευθύνη για τα «τέρατα» που δημιουργεί.

Αν ψάχνεις ένα βιβλίο που θα σε κάνει να σκεφτείς, να πεινάσεις, να θυμώσεις λίγο και να νιώσεις ότι κάποιος σε καταλαβαίνει, αυτό είναι. Τρέξε στον Πατάκη, πάρτο και διάβασέ το με κάτι νόστιμο δίπλα σου. Κατά προτίμηση με ρύζι, βούτυρο και μια σταγόνα σόγια. Και αν κάποιος σου πει ότι πρέπει να κόψεις τα λιπαρά, χαμογέλα και πάρε μια ακόμα μπουκιά.

Καλή ανάγνωση!