Βιβλιοκριτική «Strange Pictures»
Υπάρχουν βιβλία τρόμου που βασίζονται σε φαντάσματα, κατάρες και αίμα. Και υπάρχουν κι εκείνα που σε τρομάζουν με κάτι απλό, καθημερινό, σχεδόν αθώο. Το «Strange Pictures» του Uketsu ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, ένα ιαπωνικό μυστήριο όπου ο πραγματικός τρόμος κρύβεται μέσα σε παιδικά σκίτσα, σχολικά σχέδια και blog posts που, αρχικά, μοιάζουν απολύτως συνηθισμένα.
Το βιβλίο ανοίγει μ’ ένα προοίμιο που σε γραπώνει αμέσως. Η ψυχολόγος Τομίκο Χάγκιο δείχνει στους φοιτητές της μια παιδική ζωγραφιά που απεικονίζει ένα κορίτσι, ένα σπίτι, ένα δέντρο. Τίποτα «περίεργο» με την πρώτη ματιά. Καθώς όμως εξηγεί τι σημαίνει το μουτζουρωμένο στόμα του παιδιού, το σπίτι χωρίς πόρτα, τα κλαδιά σαν αγκάθια, αρχίζει σιγά σιγά να ξετυλίγεται η ιδέα που διαπερνά όλο το βιβλίο, ότι οι εικόνες είναι καθρέφτης της ψυχής, και μερικές φορές κρύβουν αλήθειες που ούτε οι ίδιοι οι δημιουργοί τους δεν αντέχουν να πουν με λόγια.
Από εκεί και πέρα, ο Uketsu μας οδηγεί σε τέσσερις ιστορίες που δένουν σαν παζλ. Στο πρώτο μεγάλο μέρος, «The Old Woman’s Prayer», ακολουθούμε τον Σουχέι Σασάκι, έναν 21χρονο φοιτητή στο Τόκιο και μέλος του Paranormal Club. Ένας φίλος του τού προτείνει ένα περίεργο blog, το «Oh No, Not Raku!». Στην αρχή είναι ένα γλυκό, καθημερινό ημερολόγιο ενός νεαρού συζύγου, του Raku, και της εγκύου γυναίκας του, Yuki. Αναρτήσεις για κέικ, για πρωινές ναυτίες, για τις πρώτες εξετάσεις του μωρού, είναι σχεδόν τρυφερό να το διαβάζεις. Μέχρι που φτάνεις στην ανάρτηση όπου ο Raku ανακοινώνει ότι η Yuki πέθανε στη γέννα και, τρία χρόνια μετά, σε ένα τελευταίο post, γράφει πως ανακάλυψε το μυστικό που κρύβουν τρία σκίτσα της. «Δεν μπορώ να σε συγχωρήσω. Αλλά θα σ’ αγαπώ πάντα».
Από εκεί και πέρα, το βιβλίο γίνεται ένα έξυπνο, ανατριχιαστικό παιχνίδι. Ο Σασάκι και ο φίλος του, Κουριχάρα, τυπώνουν τις ζωγραφιές της Yuki, παρατηρούν κάτι περίεργους αριθμούς στα περιθώρια, τις βάζουν τη μία πάνω στην άλλη, τις μεγεθύνουν, τις μικραίνουν, μέχρι που αποκαλύπτεται, κυριολεκτικά, μια καινούργια, κρυμμένη εικόνα, μια σκηνή γέννας που μοιάζει περισσότερο με σφαγή, μια γυναίκα–πτώμα, ένα μωρό μέσα σε αίμα. Είναι από τις σκηνές που σε κάνουν να σταματήσεις το διάβασμα για λίγα δευτερόλεπτα, να κοιτάξεις μακριά και να συνειδητοποιήσεις πόσο σκληρό μπορεί να γίνει ένα απλό μολύβι πάνω σε χαρτί.
Στο δεύτερο μέρος, «The Smudged Room», μεταφερόμαστε στην καθημερινότητα της Ναόμι, μιας μητέρας που μεγαλώνει μόνη τον πεντάχρονο Γιούτα σε μια πολυκατοικία. Εκείνος λατρεύει τη ζωγραφική, είναι το «χρόνος αυτοεκτίμησης» του, όπως τον αποκαλεί τρυφερά η μαμά του. Όταν όμως στο νηπιαγωγείο τα παιδιά ζωγραφίζουν μια «εικόνα για τη μαμά», ο Γιούτα φτιάχνει την πολυκατοικία τους και σβήνει με γκρι κραγιόνι ακριβώς το διαμέρισμα όπου μένουν. Η δασκάλα ανησυχεί, η Ναόμι προσπαθεί να καταλάβει, κι εμείς βλέπουμε σιγά σιγά ότι πίσω από το παιδικό σκίτσο κρύβεται φόβος, παρακολούθηση, και κάτι πολύ πιο απειλητικό απ’ ό,τι θέλει να δεχτεί η ίδια.
Το τρίτο μέρος, «The Art Teacher’s Final Drawing», είναι πιο κοντά στο κλασικό αστυνομικό, ένας αστυνόμος ερευνά τον θάνατο ενός ορειβάτη και ενός δασκάλου καλλιτεχνικών και όλα γυρίζουν γύρω από ένα σκίτσο σε μια ταμειακή απόδειξη και έναν καμβά γεμάτο μικρές τρύπες, που επιτρέπει σε μια τυφλή μαθήτρια να ζωγραφίζει «με την αφή». Από μια εκπομπή στην τηλεόραση μέχρι μια άσκηση «ζωγραφικής από μνήμης», ο Uketsu παίζει συνεχώς με τον τρόπο που βλέπουμε, ή δεν βλέπουμε, την εικόνα μπροστά μας.
Στο τελευταίο κεφάλαιο, όλα δένονται πίσω στο γραφείο της δρ Χάγκιο και του ερευνητή Κουμάι. Μαθαίνουμε τι συνέδεε τον Raku, τη Yuki, τη Ναόμι, τον Γιούτα και τις υπόλοιπες φιγούρες, ποια «αμαρτία» κρυβόταν πίσω από εκείνα τα τρία σχέδια και πώς μια σειρά από εικόνες, blog posts, παιδικές ζωγραφιές, τελευταία σκίτσα, έγιναν, χωρίς να το ξέρουν, μικρά κατηγορητήρια, εξομολογήσεις και κραυγές βοήθειας μαζί. Το φινάλε δεν στηρίζεται σε φθηνά jumpscares, ποντάρει στο συναισθηματικό σοκ και στην αποκάλυψη του πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η αγάπη, η ενοχή και η ανάγκη ελέγχου, ειδικά μέσα σε μια οικογένεια.
Ως ανάγνωσμα, το «Strange Pictures» είναι εξαιρετικά προσιτό, ακόμη κι αν δεν διαβάζεις συχνά ιαπωνική λογοτεχνία. Οι προτάσεις είναι καθαρές, η μετάφραση στα αγγλικά ρέει, τα κεφάλαια είναι σχετικά σύντομα και στήνονται σαν μικρά επεισόδια, ιδανικά για βραδινό διάβασμα, αν και μάλλον δεν θα κοιμηθείς πολύ ήρεμα μετά. Το βιβλίο δεν βασίζεται στο αίμα ή στο σοκ, αλλά σε κάτι πιο ύπουλο, στην ιδέα ότι αυτό που βλέπεις, μια ανάρτηση «για γονείς», ένα σκιτσάκι ενός παιδιού, μια άσκηση στο μάθημα των καλλιτεχνικών, μπορεί να κρύβει τραγωδίες, εγκλήματα, ακόμη και προαναγγελίες θανάτου.
Για τους αναγνώστες του womenslife.gr, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και στο συναισθηματικό επίπεδο. Οι πιο δυνατές στιγμές του βιβλίου δεν είναι οι «τρομακτικές», αλλά εκείνες που αγγίζουν τη μητρότητα, την απώλεια, την πίεση πάνω στις γυναίκες. Η Yuki, που κουβαλά μια εγκυμοσύνη με επιπλοκές, η Ναόμι, μια χήρα που παλεύει να μεγαλώσει τον γιο της μόνη, οι μανάδες που, από αγάπη, καταλήγουν να πνίγουν τα παιδιά τους με τον έλεγχο, όλες αυτές οι φιγούρες είναι γραμμένες με κατανόηση, ακόμη κι όταν οι πράξεις τους γίνονται σκοτεινές. Εκεί κρύβεται και η μεγαλύτερη «φρίκη» του βιβλίου, στο πώς μπορεί να στραβώσει η αγάπη όταν δεν αφήνεις τον άλλον να μεγαλώσει.
Αν σου αρέσουν τα έξυπνα, ψυχολογικά θρίλερ, αν λατρεύεις να λύνεις γρίφους μέσα στην ιστορία και να αναρωτιέσαι «τι πραγματικά βλέπω σε αυτή τη σκηνή;», το «Strange Pictures» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να ψάξεις και να διαβάσεις. Δεν είναι απλώς «άλλο ένα horror από την Ιαπωνία» αλλά μια ιστορία για το βλέμμα, για τη μνήμη, για το τι επιλέγουμε να κρύψουμε σε μια φωτογραφία ή σ’ ένα σκίτσο, επειδή δεν αντέχουμε να το πούμε δυνατά.
Κλείνοντας το, θα κοιτάς διαφορετικά τις παιδικές ζωγραφιές στο ψυγείο, τα πρόχειρα σχέδια στο τετράδιο, ακόμη και τις φωτογραφίες που ανεβάζεις στα social. Και, πιθανότατα, δεν θα κοιμηθείς με τόσο ελαφριά καρδιά.