Η Miranda γύρισε και εμείς μεγαλώσαμε
Κάποιες ταινίες που δεν επιστρέφουν απλώς στις αίθουσες. Επιστρέφουν σαν παλιές φίλες που έχεις χρόνια να δεις, μόνο που τώρα και εσύ και εκείνες έχετε αλλάξει. Το The Devil Wears Prada 2 είναι ακριβώς αυτή η περίπτωση. Δεν είναι μόνο η συνέχεια μιας αγαπημένης ταινίας μόδας. Είναι μια μικρή συνάντηση με την κοπέλα που ήσουν όταν πρωτοείδες την Andy να τρέχει με καφέδες, παλτό και άγχος στους δρόμους της Νέας Υόρκης.
Η πρώτη ταινία είχε κάτι μαγικό, γιατί έπιανε μια πολύ γυναικεία αλήθεια. Την αγωνία να αποδείξεις ότι αξίζεις. Την πίεση να είσαι αρκετά καλή, αρκετά κομψή, αρκετά γρήγορη, αρκετά ανθεκτική. Τη στιγμή που μπαίνεις σ’ έναν χώρο και καταλαβαίνεις ότι όλοι έχουν ήδη αποφασίσει ποια είσαι, πριν καν μιλήσεις. Και φυσικά, την τεράστια παγίδα του να αρχίσεις να πιστεύεις ότι για να πετύχεις πρέπει να χάσεις λίγο τον εαυτό σου.
Γι’ αυτό και η επιστροφή της ιστορίας τόσα χρόνια μετά έχει ενδιαφέρον. Δεν βλέπουμε απλώς ξανά τη Miranda, την Andy, την Emily και τον Nigel. Βλέπουμε τι σημαίνει φιλοδοξία σε μια άλλη εποχή. Η μόδα δεν είναι πια μόνο περιοδικά, λαμπερά γραφεία και επιδείξεις. Είναι social media, εικόνα, ταχύτητα, προσωπικό brand, δημόσια κρίση και μια αγορά που αλλάζει συνέχεια. Το Runway, όπως και κάθε παλιός δυνατός θεσμός, πρέπει να αποδείξει ότι έχει ακόμα θέση στον καινούριο κόσμο.
Και κάπου εκεί βρίσκεται η πιο ωραία γωνία της ταινίας για εμάς τις γυναίκες που μεγαλώσαμε μαζί της. Στα είκοσι, μπορεί να βλέπαμε την Andy και να σκεφτόμασταν τη δουλειά των ονείρων μας, το πρώτο μεγάλο βήμα, την ανάγκη να μας πάρουν στα σοβαρά. Τώρα ίσως βλέπουμε αλλιώς την ίδια ιστορία. Ίσως αναγνωρίζουμε περισσότερο την κούραση πίσω από την τελειότητα, το κόστος πίσω από την καριέρα, αλλά και την απόλαυση του να ξέρεις επιτέλους ποια είσαι και τι δεν διαπραγματεύεσαι.
Η Miranda Priestly παραμένει ένας χαρακτήρας που δεν γίνεται να αγνοήσεις. Δεν είναι γλυκιά, δεν είναι εύκολη, δεν είναι η γυναίκα που θα σου πει «μπράβο» για να νιώσεις καλύτερα. Είναι ψυχρή, απόλυτη, απαιτητική και τρομακτικά κομψή. Όμως γι’ αυτό ακριβώς έγινε σύμβολο. Όχι επειδή θέλουμε όλες να της μοιάσουμε, αλλά επειδή ενσαρκώνει μια μορφή γυναικείας εξουσίας που ο κινηματογράφος σπάνια έδειχνε χωρίς να την κάνει καρικατούρα. Σ’ έναν κόσμο όπου οι δυνατές γυναίκες συχνά βαφτίζονται δύσκολες, η Miranda παραμένει δύσκολη με τρόπο σχεδόν απολαυστικό.
Η Andy, από την άλλη, είναι το κομμάτι της ιστορίας που μας γειώνει. Είναι η γυναίκα που μπήκε σε έναν κόσμο που δεν ήταν δικός της, προσπάθησε να επιβιώσει, γοητεύτηκε, άλλαξε, μπερδεύτηκε και τελικά έπρεπε να αποφασίσει τι αξίζει και τι όχι. Στη συνέχεια, αυτό που έχει σημασία δεν είναι αν φοράει καλύτερα παπούτσια ή αν έχει πιο ώριμο στιλ. Είναι αν έχει μάθει να κρατά τον εαυτό της όταν η ζωή της ζητά πάλι να προσαρμοστεί.
Και φυσικά, υπάρχει η Emily. Αν στην πρώτη ταινία την είχαμε δει κυρίως ως την αυστηρή, νευρική, καυστική βοηθό που ζούσε για τη μόδα, τώρα η επιστροφή της έχει άλλη βαρύτητα. Γιατί η Emily αντιπροσωπεύει εκείνη τη γυναίκα που δεν ήθελε απλώς να μπει στον χώρο. Ήθελε να ανήκει σ’ αυτόν. Να τον κατακτήσει. Να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί εκεί χωρίς να ζητήσει συγγνώμη για τη φιλοδοξία της. Και αυτό, όσο κι αν το πεις, έχει μια γοητεία.
Αυτό που κάνει το The Devil Wears Prada 2 τόσο ελκυστικό ως θέμα δεν είναι μόνο η μόδα, αν και ας είμαστε ειλικρινείς, η μόδα είναι μεγάλο μέρος της απόλαυσης. Τα παλτό, τα τακούνια, τα γυαλιά, τα αυστηρά σύνολα, τα μικρά βλέμματα που λένε περισσότερα από ολόκληρους διαλόγους. Όμως κάτω από την επιφάνεια, η ιστορία αγγίζει κάτι πιο καθημερινό. Τη σχέση μας με τη δουλειά. Τη σχέση μας με την εικόνα. Τη σχέση μας με τις επιλογές που κάναμε για να προχωρήσουμε.
Γιατί μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις ότι η επιτυχία δεν είναι πάντα τόσο λαμπερή όσο φαίνεται απ’ έξω. Μπορεί να έχει ωραία ρούχα, ωραία γραφεία και επαγγελματικές νίκες, αλλά έχει και όρια που πρέπει να βάλεις. Έχει στιγμές που πρέπει να πεις όχι. Έχει την ανάγκη να μη χαθείς μέσα στην προσπάθεια να αποδείξεις ότι μπορείς. Και αυτό είναι ίσως το πιο σύγχρονο κομμάτι της επιστροφής αυτής της ταινίας.
Το sequel έρχεται σε μια εποχή που πολλές γυναίκες ξανασκέφτονται τι σημαίνει καριέρα. Δεν θέλουμε απλώς να δουλεύουμε μέχρι εξάντλησης για να λέμε ότι τα καταφέραμε. Θέλουμε να πετυχαίνουμε, αλλά να έχουμε και ζωή. Θέλουμε να είμαστε κομψές, αλλά όχι φυλακισμένες στην εικόνα μας. Θέλουμε να εξελισσόμαστε, αλλά όχι να πληρώνουμε κάθε φιλοδοξία με την ψυχική μας ηρεμία. Και ίσως γι’ αυτό η ιστορία αυτή βρίσκει πάλι κοινό. Γιατί δεν είναι μόνο για τη μόδα. Είναι για το τίμημα του να προσπαθείς να σταθείς σ’ έναν απαιτητικό κόσμο.
Αν η πρώτη ταινία μας έμαθε ότι ένα ζευγάρι Chanel μπότες μπορεί να αλλάξει το βλέμμα των άλλων πάνω σου, η δεύτερη ίσως μας θυμίζει κάτι πιο σημαντικό. Ότι το πραγματικό στιλ δεν είναι να γίνεις κάποια άλλη. Είναι να μπορείς να επιστρέφεις στον εαυτό σου, ακόμα κι όταν όλοι γύρω σου έχουν άποψη για το ποια πρέπει να είσαι.
Και τελικά, αυτός είναι ο λόγος που το The Devil Wears Prada 2 δεν είναι απλώς μια νοσταλγική επιστροφή. Είναι μια ωραία αφορμή να θυμηθείς πού ήσουν όταν πρωτοείδες την ιστορία, τι ονειρευόσουν τότε και τι ζητάς από τη ζωή σου τώρα. Μπορεί να μπεις στην αίθουσα για τη Miranda, τη μόδα και τις ατάκες. Αλλά ίσως βγεις σκεπτόμενη κάτι πιο προσωπικό.
Πόσα άλλαξες για να φτάσεις εδώ. Πόσα κράτησες. Και ποια κομμάτια σου δεν αξίζει να θυσιάσεις ποτέ, όσο εντυπωσιακό κι αν είναι το γραφείο, το παλτό ή η ευκαιρία που έχεις μπροστά σου.