Ηταν μια Κυριακή του Μάρτη, κατά τις 9 το βράδυ το πρώτο τους ραντεβού, στο Σύνταγμα, έξω από τα McDonald’s. Εκείνη έφτασε λίγο νωρίτερα. Πάρκαρε το μηχανάκι της, ένα μικρό joc, σε μια άκρη της Ερμού και περίμενε, όχι όμως για πολύ. Λίγα λεπτά αργότερα, τον έβλεπε στην απέναντι πλευρά του δρόμου, να περιμένει να ανάψει το φανάρι των πεζών για να περάσει.

Μαζί ανηφόρισαν με τα πόδια προς την Πλάκα. Η άνοιξη μόλις είχε αρχίσει να κάνει έντονη την εμφάνισή της και πολύς κόσμος ήταν έξω, όλοι τους ντυμένοι πιο ελαφρά. Ήταν από εκείνες τις βραδιές που δεν χρειάζεσαι τίποτα παραπάνω από ένα τζιν μπουφάν, κάτι που εκείνη φορούσε έτσι κι αλλιώς όταν οδηγούσε το μηχανάκι της.

Σταμάτησαν στο αγαπημένο στέκι του, στην Κυδαθηναίων. Εκείνη παρήγγειλε λευκό κρασί γιατί πρόσεχε τη διατροφή της, ενώ πρόσφατα είχε ξεκινήσει κολύμβηση. Εκείνος έμεινε σταθερός στο ποτό του, rustynail.
Μια μέρα απογραφής του πληθυσμού, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά και όπως ήταν αναμενόμενο, ρωτούσαν ο ένας τον άλλον αν πέρασε η στατιστική υπηρεσία από το σπίτι τους. Φυσικά και πέρασε, αλλά η αγωνία για το βραδινό πρώτο ραντεβού δεν τους επέτρεψε να ασχοληθούν και πολύ με αυτό κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Μίλησαν για διάφορα θέματα, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικά. Εκείνος μιλούσε περισσότερο, ενώ δεν κατάλαβε ότι κάποιες φορές εκείνη δυσανασχετούσε, όταν τη διέκοπτε. Όμως όσο περνούσε η ώρα, οι ματιές τους γίνονταν όλο και πιο έντονες, πιο χαμογελαστές.

Τελειώνοντας και το δεύτερο ποτό, αποφάσισαν να κάνουν μια βραδινή βόλτα στα στενά της Πλάκας. Κρατώντας τον απαλά από το μπράτσο, ξεκίνησαν απ’ την Κυδαθηναίων ενώ εκείνος συνέχισε να της λέει ιστορίες για το κέντρο «Ζυγός» και το «CineParis» όταν πέρασαν δίπλα από το θρυλικό θερινό σινεμά της περιοχής. Κατέβηκαν στην Αδριανού χαζεύοντας τα μαγαζιά με τα λογής μπιχλιμπίδια και αξεσουάρ, έστριψαν δεξιά στην Αγγελικής Χατζημιχάλη και μετά ξανά στην Άγγελου Γέροντα.

Πριν φτάσουν ξανά στην Κυδαθηναίων, μουσική ακούστηκε μέσα από ένα μαγαζί κι εκείνη έκανε μια αυθόρμητη χορευτική φιγούρα. Με μια του κίνηση, έπιασε το χέρι της, την στριφογύρισε και την έφερε στην αγκαλιά του. Την κοίταξε για κλάσματα δευτερολέπτου μέσα στα μάτια και χωρίς δεύτερη σκέψη, αναζήτησε τα χείλη της. Ήταν υγρά και είχαν μια έντονη γεύση φράουλας από το λιπ γκλος, αλλά δεν τον ενόχλησε.

Το φιλί δυνάμωσε και πλέον οι γλώσσες τους είχαν ενωθεί σε έναν αγώνα για το ποια θα γευτεί περισσότερο την άλλη. Πιο πολύ, είχε δυναμώσει η αγκαλιά του που ούτε εκείνος είχε συνειδητοποίησε πόσο πολύ την είχε σφίξει. Αυτό που ένιωθε έντονα ήταν οι λεπτομέρειες του κορμιού της πάνω του.

Κατευθύνθηκαν προς το Σύνταγμα όπου είχε παρκάρει το μηχανάκι της. Η βραδιά έφτανε στο τέλος της, όμως συμφώνησαν να συναντηθούν και πάλι την επόμενη μέρα. Ένιωθε το δέρμα γύρω από τα χείλη της ερεθισμένο από τα γένια του. Του το έδειξε με μια παιχνιδιάρικη κίνηση, την ώρα που απομακρυνόταν,

Εκείνος κατηφόρισε στη Σταδίου με τα πόδια. Το άρωμά της είχε ποτίσει το πουκάμισό του και το αεράκι που φυσούσε, το έφερνε πιο έντονα στη μύτη του. Στα χείλη του είχε ακόμα τη γεύση φράουλας από το λιπ γκλος, που ανακατευόταν με αυτή του rustynail, και γύρω από το στόμα του ένιωθε ακόμα το άγγιγμα του δικού της.

Κατέβαινε ανάλαφρα, με τα χέρια στις τσέπες, έχοντας μια αίσθηση απελευθέρωσης από βάρη, και δεσμεύσεις με τις ωραιότερες εικόνες να στριφογυρίζουν στο μυαλό του. «Αυτό είναι η Κυριακή, ένα αέναο πρώτο ραντεβού» σκέφτηκε και ένα χαμόγελο πέρασε από τα χείλη του.

Ο Γιώργος Κοβός είναι δημοσιογράφος.