Μιλάς ξεκάθαρα ή απλώς περιμένεις να σε καταλάβει;
Υπάρχουν στιγμές που δεν λες καθαρά αυτό που θέλεις, αλλά ελπίζεις πως ο άλλος θα το καταλάβει μόνος του. Αφήνεις ένα υπονοούμενο, κάνεις ένα παράπονο, ρίχνεις μια φράση δήθεν τυχαία και περιμένεις να έρθει η προσφορά, η βοήθεια ή η επιβεβαίωση χωρίς να χρειαστεί να τη ζητήσεις ευθέως. Αυτό είναι που περιγράφει ο όρος dry begging, μια συμπεριφορά που στα ελληνικά αποδίδεται πιο φυσικά ως έμμεσο αίτημα μέσω υπονοουμένων.
Μπορεί στην αρχή να μοιάζει αθώο ή και ανθρώπινο. Άλλωστε όλες μας έχουμε βρεθεί κάποια στιγμή σε θέση αμηχανίας, φόβου ή ανασφάλειας και έχουμε δυσκολευτεί να πούμε ξεκάθαρα τι χρειαζόμαστε. Όταν όμως αυτό γίνεται σταθερός τρόπος επικοινωνίας, αρχίζει να βαραίνει τη σχέση. Ο άλλος δεν ακούει ένα καθαρό αίτημα. Καλείται να μαντέψει, να αποκωδικοποιήσει τη διάθεσή σου και να αντιδράσει σωστά χωρίς να του έχεις πει ποτέ καθαρά τι περιμένεις από εκείνον.
Το μοτίβο αυτό εμφανίζεται συχνά στις ερωτικές σχέσεις. Κάποια μπορεί να μιλά ξανά και ξανά για ένα δώρο που της αρέσει, να αναφέρει πόσο καιρό έχει να δεχτεί μια όμορφη χειρονομία ή να λέει με μισό παράπονο ότι θα τα κάνει όλα μόνη της. Το μήνυμα είναι φανερό, αλλά δεν διατυπώνεται ποτέ ευθέως. Το ίδιο συμβαίνει και στις φιλίες, όταν ένα άτομο μιλά συνέχεια για το πόσο στριμωγμένο είναι οικονομικά, πόσο μόνο θα περάσει τα γενέθλιά του ή πόσο χάλια είναι το σπίτι του, περιμένοντας από την άλλη πλευρά να προσφερθεί.
Αυτό το είδος επικοινωνίας δεν περιορίζεται μόνο στις προσωπικές σχέσεις. Εμφανίζεται και στον χώρο εργασίας, όταν κάποιος παραπονιέται διαρκώς για τον φόρτο του, για τις ώρες που δουλεύει ή για την πίεση που νιώθει, ελπίζοντας ότι κάποιος άλλος θα αναλάβει μέρος της δουλειάς ή θα του δώσει αναγνώριση χωρίς να χρειαστεί να το ζητήσει επίσημα. Στα social media το βλέπεις συχνά μέσα από αναρτήσεις με συναισθηματικό φορτίο, που δεν λένε ακριβώς τι συμβαίνει, αλλά αφήνουν αρκετό χώρο ώστε οι άλλοι να ρωτήσουν, να δείξουν ενδιαφέρον, να προσφέρουν στήριξη ή ακόμη και δώρα.
Πίσω από αυτή τη συμπεριφορά συνήθως κρύβεται κάτι πιο βαθύ. Πολύ συχνά πρόκειται για φόβο απόρριψης. Το να ζητήσεις κάτι άμεσα σε εκθέτει, γιατί μπορεί να ακούσεις όχι. Το υπονοούμενο μοιάζει πιο ασφαλές. Σου επιτρέπει να δοκιμάσεις το έδαφος χωρίς να ρισκάρεις μια ξεκάθαρη άρνηση. Άλλες φορές όμως υπάρχει δυσκολία στην επικοινωνία. Κάποιοι άνθρωποι δεν έχουν μάθει να εκφράζουν καθαρά τις ανάγκες τους και θεωρούν σχεδόν φυσικό να μιλούν πλαγίως.
Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις όπου τα υπονοούμενα λειτουργούν πιεστικά ή χειριστικά. Όταν ο άλλος νιώθει ενοχή, υποχρέωση ή πίεση να ανταποκριθεί, δεν μιλάμε πια για μια απλή αμηχανία, αλλά για μια δυναμική που αρχίζει να γίνεται προβληματική. Το dry begging μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται σαν τεστ. Σαν ένας τρόπος να δει κάποια αν ο άλλος νοιάζεται αρκετά για να «καταλάβει μόνος του». Όμως οι υγιείς σχέσεις δεν χτίζονται πάνω σε δοκιμασίες και αόρατες απαιτήσεις. Χτίζονται πάνω στη σαφήνεια.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πρόβλημα. Όταν μιλάς με υπονοούμενα αντί με καθαρές κουβέντες, η σχέση μπαίνει σ’ ένα κουραστικό παιχνίδι ερμηνειών. Ο ένας αφήνει σήματα και ο άλλος προσπαθεί να τα αποκωδικοποιήσει σωστά. Αν τα καταφέρει, ίσως όλα κυλήσουν ήσυχα για λίγο. Αν δεν τα καταφέρει, γεννιούνται απογοήτευση, θυμός και παράπονο. Σιγά σιγά δημιουργείται ένα κλίμα όπου κανείς δεν νιώθει πραγματικά ασφαλής ή ξεκάθαρος.
Αυτός είναι και ο λόγος που η συμπεριφορά αυτή θεωρείται κόκκινη σημαία. Όχι επειδή κάθε υπονοούμενο είναι κακοπροαίρετο, αλλά επειδή όταν γίνεται επαναλαμβανόμενο μοτίβο υπονομεύει την ειλικρινή επικοινωνία. Ο άλλος κουράζεται να πρέπει συνεχώς να διαβάζει ανάμεσα στις γραμμές. Νιώθει πίεση να προβλέπει ανάγκες που δεν εκφράστηκαν ποτέ. Και τελικά η προσφορά του παύει να είναι ελεύθερη και αρχίζει να μοιάζει με συναισθηματικό καθήκον.
Παράλληλα, το να μη ζητάς καθαρά αυτό που θέλεις μπορεί να δείχνει και μια μορφή συναισθηματικής ανωριμότητας. Η ώριμη επικοινωνία απαιτεί να μπορείς να πεις τι έχεις ανάγκη με άμεσο, ήρεμο και ξεκάθαρο τρόπο. Όχι απαιτητικά, όχι επιθετικά, αλλά καθαρά. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, η σχέση γεμίζει ασάφεια και παρεξηγήσεις. Επιπλέον, χωρίς καθαρό αίτημα δεν υπάρχει και καθαρή ευθύνη. Το άτομο που αφήνει υπονοούμενα μπορεί αργότερα να υποστηρίξει ότι δεν ζήτησε ποτέ τίποτα, ακόμη κι αν η πρόθεσή του ήταν φανερή.
Αν βρεθείς απέναντι σε μια τέτοια συμπεριφορά, το πιο χρήσιμο που μπορείς να κάνεις είναι να μη σπεύσεις αμέσως να καλύψεις το κενό. Αν κάθε φορά μπαίνεις κατευθείαν στη θέση της σωτήριας λύσης, ενισχύεις άθελά σου αυτό το μοτίβο. Χρειάζεται να κάνεις μια μικρή παύση και να μεταφέρεις την ευθύνη της επικοινωνίας εκεί που ανήκει. Αντί να μαντεύεις, δώσε χώρο στον άλλον να διατυπώσει καθαρά αυτό που θέλει.
Η σαφήνεια είναι η πιο ώριμη απάντηση. Όταν ο άλλος αναγκάζεται να πει ξεκάθαρα τι χρειάζεται, η σχέση μετακινείται από το πεδίο της πίεσης στο πεδίο της ειλικρινούς συνεννόησης. Και τότε μπορείς κι εσύ να αποφασίσεις αν θέλεις και αν μπορείς να βοηθήσεις, χωρίς ενοχή και χωρίς να αισθάνεσαι ότι εξαναγκάζεσαι.
Είναι εξίσου σημαντικό να βάζεις όρια. Δεν είσαι υποχρεωμένη να ανταποκρίνεσαι σε κάθε έμμεση απαίτηση, ούτε να αναλαμβάνεις διαρκώς τον ρόλο εκείνης που προλαβαίνει τα πάντα. Το να λες όχι δεν σε κάνει σκληρή. Σε κάνει ξεκάθαρη. Και η καθαρότητα είναι πολύ πιο υγιής από μια καλοσύνη που γεννιέται από ενοχή ή πίεση.
Από την άλλη πλευρά, μπορεί διαβάζοντας όλα αυτά να αναγνωρίζεις λίγο τον εαυτό σου. Μπορεί να έχεις μάθει να μη ζητάς ευθέως αυτό που χρειάζεσαι. Μπορεί να φοβάσαι ότι αν το πεις καθαρά θα φανείς απαιτητική, αδύναμη ή εκτεθειμένη. Αν συμβαίνει αυτό, δεν χρειάζεται να κατηγορήσεις τον εαυτό σου. Το μόνο που χρειάζεται είναι να αρχίσεις να το παρατηρείς. Να βλέπεις πότε αφήνεις υπονοούμενα αντί να διατυπώνεις ξεκάθαρα την ανάγκη σου.
Το επόμενο βήμα είναι να γίνεις πιο σαφής πρώτα με εσένα. Τι είναι αυτό που θέλεις πραγματικά εκείνη τη στιγμή; Βοήθεια, φροντίδα, προσοχή, επιβεβαίωση, συντροφιά, πρακτική στήριξη; Όσο πιο καθαρή είναι η ανάγκη μέσα σου, τόσο πιο εύκολα μπορείς να την εκφράσεις χωρίς υπεκφυγές. Και όσο πιο άνετα λες τι θέλεις, τόσο λιγότερο χώρο αφήνεις στις παρεξηγήσεις.
Φυσικά, η άμεση επικοινωνία έχει και ρίσκο. Μπορεί ο άλλος να σου πει όχι. Αυτό είναι για πολλούς το πιο δύσκολο σημείο. Όμως το όχι δεν είναι καταστροφή, ούτε απόδειξη ότι δεν αξίζεις. Σημαίνει απλώς ότι ο άλλος δεν θέλει ή δεν μπορεί να ανταποκριθεί εκείνη τη στιγμή. Και όσο περισσότερο το αποδέχεσαι αυτό, τόσο πιο ελεύθερα θα ζητάς αυτό που έχεις ανάγκη χωρίς να το μετατρέπεις σε παιχνίδι υπονοουμένων.
Η αλήθεια είναι πως οι πιο υγιείς σχέσεις δεν βασίζονται στην ικανότητα κάποιου να σε μαντεύει. Βασίζονται στο να μπορείς να μιλάς ανοιχτά, να ζητάς χωρίς ντροπή και να ακούς χωρίς άμυνα. Το να περιμένεις από τον άλλον να καταλάβει μόνος του ίσως σου φαίνεται πιο ασφαλές, αλλά μακροπρόθεσμα κουράζει, μπερδεύει και φθείρει.
Γι’ αυτό, αν νιώθεις ότι μια σχέση σου έχει γεμίσει μισόλογα, υπονοούμενα και σιωπηλές προσδοκίες, ίσως είναι η στιγμή να αλλάξεις τον τρόπο που επικοινωνείς. Και αν πάλι αναγνωρίζεις αυτό το μοτίβο στον εαυτό σου, δες το σαν αφορμή για κάτι καλύτερο. Για μια πιο καθαρή, πιο ώριμη και πιο τίμια σχέση με τους άλλους αλλά και με τις δικές σου ανάγκες.